Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

_Κ. Βάρναλης : Πρωτοχρονιάτικο








(1883 - 1974)

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ




Σαράντα σβέρκοι βωδινοὶ μὲ λαδωμένες μποῦκλες,
σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι κα
ὶ βρώμιες ποδαροῦκλες
ξετσίπωτοι,
ἀκαμάτηδες, τσιμπούρια καὶ κορέοι
ντυμένοι στὰ μαλάματα κ᾿ ἐπίσημοι κι ὡραῖοι.

Σαράντα λύκοι μ
ὲ προβιὰ (γι᾿ αὐτοὺς χτυπᾷ ἡ καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι
ἀπὲ ρεβάμενοι βαθιὰ ξαπλώσανε στὸ τζάκι,
κι
ἀβάσταγες ἐνιώσανε φαγοῦρες στὸ μπατζάκι.

Ὄξ᾿ ὁ κοσμάκης φώναζε: «Πεινᾶμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι κα
ὶ γερόντισσες, παιδάκια καὶ μητέρες
κ
᾿ οἱ τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν σφιχτοὶ νοικοκυρέοι
ἀνοῖξαν τὰ παράθυρα καὶ κράξαν: «Εἶστε ἀθέοι».




Το ποίημα τιτλοφορείται "Πρωτοχρονιάτικο" και λόγω των ημερών σκέφτηκα ότι θα ταίριαζε να ειπωθούν δύο λόγια.

Γιατί "Πρωτοχρονιάτικο"; Τι σχέση έχει με την αρχή του χρόνου;

Κατ' αρχήν να πούμε ότι το ποίημα είναι απολύτως σύγχρονο αν και γράφτηκε πριν από περίπου μισόν αιώνα. Θα μπορούσε να αφορά την εν έτει 2013 πολιτική κατάσταση της χώρας μας. 

Ο Βάρναλης αν και στρέφει την κοφτερή του γλώσσα κατά της πολιτικής και οικονομικής δράκας που κυβερνάει την ζωή και την μοίρα αυτού του τόπου, περιγράφοντας γλαφυρά τις διεφθαρμένες ως το κόκαλο και καλοταϊσμένες μέχρι σκασμού μετριότητες, περισσότερο κι απ' αυτούς σκιαγραφεί τον άλλο πόλο αυτής της δυστυχίας: τον ίδιο τον λαό.

Αυτόν τον λαό, που ο Βάρναλης τουλάχιστον, ποτέ δεν θέλησε να χαϊδέψει, να παραμυθιάσει, να του καλλιεργήσει ψευδαισθήσεις μεγαλείου και να κατασκευάσει μια ανώτερη ηθική εκεί που δεν υπήρχε. Για τον λόγο αυτό είναι βαθιά λαϊκός και αριστερός ποιητής. Και ίσως παραγνωρισμένος.

Η πραγματικότητα γι' αυτόν τον φιλόσοφο - ποιητή δεν είναι κάτι που πρέπει να τυλιχτεί σε μια αχλή μεγάλων οραμάτων και ηθικών προτροπών.
Η πραγματικότητα αφορά τόσο τους εξουσιαστές όσο και τους εξουσιαζόμενους. Είναι η διαλεκτική αυτή σχέση υποκειμένου - αντικειμένου που παράγει την συνείδηση κι αυτή που κρύβεται από τον λαό.
Κι η κρυφή πραγματικότητα της πραγματικής κατάστασής του που εμποδίζει την διαμόρφωση συνείδησης, εμποδίζει και την αλλαγή της κατάστασης. 
Ο Βάρναλης δεν πιστεύει σε νομοτέλειες. Δεν πιστεύει ότι ο κόσμος χωρίζεται σε καλούς εργάτες με τον ήλιο στο μέτωπο και σε κακούς εκμεταλλευτές με χοντρά κωλομέρια και ότι οι "καλοί" κάποτε θα νικήσουν.
Οι εξαθλιωμένοι για τον Βάρναλη πάντα θα αναρωτιούνται "τι φταίει" για την εξαχρείωσή τους, χωρίς να βρίσκουν την απάντηση. Θα πλανιούνται σε διάφορες εξηγήσεις :


-Φταίει τ
ὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.
Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!


Παρόμοιες εξηγήσεις για το "τις πταίει" δίνονται και σήμερα. Οι συζητήσεις λαμβάνουν χώρα σε τόπους καθημερινούς, αλλά και σε τόπους θεσπισμένους, όπως τα μμε, το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, η βουλή των Ελλήνων κλπ, και γι' αυτό το λόγο λαμβάνουν και μια επιπλέον κατοχύρωση ως ο "ορθός λόγος".

Ο Βάρναλης περισσότερο στο "Πρωτοχρονιάτικο" ποίημά του, μας λέει ότι η αρχή του χρόνου, για τους πεινασμένους δεν είναι τίποτ' άλλο πάρεξ να ζητούν ακόμα σαν ένα κοπάδι προβάτων από τους "σαράντα λύκους με προβιά" ελεημοσύνες "πεινάμε τέτοιες μέρες". Η αρχή του χρόνου θα ήταν μια αρχή της συνειδητοποίησης της θέσης των πεινασμένων, ως αυτό που είναι : απλώς πεινασμένοι και ασχέτως ημερών και της θέσης των "επίσημων και ωραίων" ως αυτό που είναι, "ξετσίπωτοι και ακαμάτηδες". 
Η διαφθορά του πολιτικού κόσμου και η "πείνα" του λαού είναι δύο πράγματα αλληλένδετα που το ένα δημιουργεί το άλλο.  
Το καταληκτικό "Είστε αθέοι", δηλώνει ότι η βρώμικη και διεφθαρμένη αυτή συμμορία των μετρίων και των αχυρανθρώπων είναι οι ίδιοι που καθορίζουν τα θεϊκά προστάγματα. Είναι κατά κάποιον τρόπο "οι ποιμένες", αυτοί που ενσαρκώνουν τις αξίες, που λένε το "δέον". Όταν πλέον μπλέκεται και ο θεός, δηλαδή το σύνολο των αξιών, των προσδοκιών και της ηθικότητας του ανθρώπου, τότε η πείνα δεν λογαριάζεται σαν αποτέλεσμα μιας διεφθαρμένης και άδικης επίγειας εξουσίας αλλά ως αποτέλεσμα μιας ανώτερης θεϊκής κρίσης.
Στην σύγχρονη εκδοχή της η μομφή κατά των "πεινασμένων" θα είχε και μια χροιά εθνικοφροσύνης από στόματα πατριωτών υπουργών ή τραμπούκων βουλευτών.
Σε τούτο το σημείο ο ποιητής, ο στοχαστής, ο φιλόσοφος, οφείλει να δείξει με την δική του γλώσσα της ποίησης, της φιλοσοφίας, του στοχασμού, τί τελοσπάντων φταίει. 
Πού βρίσκεται το δίκαιο, το αγαθό, το ωραίο. Πού είναι η Αλήθεια; Πού βρίσκεται ο Λόγος; Μήπως εγκατέλειψε τον κόσμο;

Ο Βάρναλης συνδιαλέγεται με τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα και ομιλούν δια μέσου των αιώνων για την Πολιτική, τους πολίτες και την εξουσία.
"Κάθε λαός είναι άξιος των ανθρώπων που τον κυβερνούν. Κανείς δεν είναι πιο υποδουλωμένος από εκείνους που εσφαλμένα πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι. Όσοι αδιαφορούν για τα κοινά είναι καταδικασμένοι να εξουσιάζονται πάντα από ανθρώπους πολύ κατώτερούς τους"
Πλάτωνας

"... Επιδίωξη της τυραννίας είναι να πτωχεύσουν οι πολίτες, αφ' ενός για να συντηρείται με τα χρήματά τους η φρουρά του καθεστώτος και αφ' ετέρου για να είναι απασχολημένοι οι πολίτες και να μη τους μένει χρόνος για επιβουλές.
Σ' αυτό το αποτέλεσμα αποβλέπει τόσο η επιβολή μεγάλων φόρων, η απορρόφηση των περιουσιών των πολιτών, όσο και η κατασκευή μεγάλων έργων που εξαντλούν τα δημόσια οικονομικά..."
Αριστοτέλης, "Πολιτικά"


Αν κάποιος μπορεί ακόμα να ρίξει ένα "Φως που καίει" ώστε να φωτίσει τα σκοτάδια αυτός δεν είναι ο λόγος των τραπεζιτών, των οικονομολόγων, των πολιτικών, των επιχειρηματιών που περνιέται για "ρεαλιστικός".
Είναι ο λόγος των ποιητών και των φιλοσόφων, ως ο μόνος πραγματικός. Είναι ο λόγος που λείπει, που δεν ακούγεται, που φιμώνεται. 

Ο λόγος αυτός  δείχνει τις απαντήσεις μέσα στο ίδιο το υποκείμενο που συντρίβεται, που εξαπατάται, που λοιδορείται. Η απάντηση είναι στον ίδιο τον λαό, που δεν δικαιούται να είναι δειλός, άβουλος και μοιραίος και που εξ ίσου βαρύνεται όταν παραδίδει την ψυχή του, την μοίρα του, τα παιδιά του, το Είναι του, στους λύκους με προβιά.
Η απάντηση αυτή, είναι το θαύμα!








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

_Mπέρτολτ. Μπρεχτ: η Εβραία

Η "Εβραία" είναι ο τελευταίος μονόλογος από το σπονδυλωτό έργο του Bertolt Brecht "τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ. Το έργο αυτό του Μπρεχτ αποτελείται απο 24 σκηνές-μονόπρακτα, που έγραψε ο Μπρεχτ εξόριστος μεταξύ 1935 και 1939 και περιγράφουν την τρομοκρατία και την άγρια φύση του ναζιστικού καθεστώτος. Η ελληνική μετάφραση αυτού του έργου του Brecht είναι του Μάριου Πλωρίτη και κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Μωραίτης. Στο κείμενο αποτυπώνεται η εσωτερική ένταση του ατόμου που παίρνει μια απόφαση ενώ βρίσκεται στο χείλος της απελπισίας. Μέσα από την ανάγνωση του έργου στρέφουμε την προσοχή στα εκατοντάδες πρόσωπα της καθημερινότητας, τα οποία, δίνοντας έναν οριακό αγώνα επιβίωσης, αναδύονται ως σύγχρονοι/ες ήρωες και ηρωίδες του Brecht . Το ηχητικό ντοκουμέντο που δημοσιεύουμε παρακάτω είναι από την παράσταση που ανέβηκε το 1978 μαζί με άλλα πέντε μονόπρακτα διαφόρων άλλων συγγραφέων, από το Θίασο Λαμπέτη. Αν και το συγκεκριμέ...

_ Γ. Σεφέρη, "κράτησα τη ζωή μου" : σπάραγμα μιάς ανάγνωσης

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ' ασφοδίλια το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου χρυσά' τ' άστρα του Κύκνου κι' εκείνο τ' άστρο ό Αλδεβαράν. Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς, καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει. Κράτησα τη ζωή μου˙ στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή. Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της. Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές˙ o χιονισμένος κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν μήτε o καιρός κλειστός ...