Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα _τα ερωτικά

_τελικό

Έτσι... έτσι που ήρθε απρόσκλητος και Ξυπόλυτος περπάτησε στις άκρες κι έτσι ... κι έτσι που βάδιζε αργά -γιατί αυτός δεν δέχεται ποδήματα να φορέσει-  στο διάβα του και στον κλυδωνισμό του αλλάξανε Απόλυτες μοναρχίες. 

_ανεμόσκαλα

Τ έσσερα μαξιλάρια είναι αρκετά το σώμα σου να φτιάξουν. Γεμάτο είναι το σώμα σου σιωπές κι ύπνου νωχελικές υποσχέσεις, στην απεραντοσύνη του κρεβατιού είναι κι αυτό κάτι, ετούτη η ανεμόσκαλα με τέσσερα σκαλοπάτια που αγκαλιάζω ν' ανεβώ στ' όνειρο, τον άνεμο, το σώμα σου να κρατήσω. 

_θύμηση

Μ ισάνοιχτο παράθυρο κι έμπαινε ρεύμα κρύο της νυχτιάς κι η θύμηση εκείνη του Δεκέμβρη το ψύχος του η τύχη της ψυχής της.   Της άρεσε η μπλούζα της που φορούσε. Τα ρούχα της, αποφόρια, όμως ταιριάζανε, πλανήθηκαν σε αλλονών τα σώματα -δύσκολα χρόνια- μέχρι να βρουν εκείνη και να λιώσουν. Μαύρη και μάλλινη, μ' έναν μεγάλο χαλαρό γιακά που έπρεπε να συγκρατεί γλιστρούσε κάθε τόσο κι ένιωθε να γυμνώνεται ανάρμοστα ο δεξιός της ώμος.   Γλιστρούσε κι άπλωσε τα χέρια της στο στήθος του να κρατηθεί. Είναι αλήθεια; Πες μου.   Δεν απάντησε Μόνο έσιαξε τον ξέχειλο γιακά σκεπάζοντας τον ώμο της γυμνό, σαν χάδι τελευταίο. Χάδια, που ισιώνουν λίγο τα μαλλιά, στων προσφιλών νεκρών τα πρόσωπα τα μάτια, το μέτωπο, τα χείλια συντροφευμένα λίγο πριν φύγουνε για την αιωνιότητα, να'χουνε τελευταία.   Ήταν αλήθεια άραγε; Ήταν αλήθεια; Αέρας όρμησε  στο δωμάτιο. Έκλεισε το παράθυρο κι είπε ...

_παντού φεγγάρι

Παντού φεγγάρι   σ’ όλο το δρόμο στο συρματόπλεγμα που στέκεται καταμεσής στ’ αδιαπέραστα τα κυπαρίσσια εισχωρώντας στη φαγωμένη γέφυρα του ποταμού που σπαταλήθηκε                                                   στις πέτρες σου. Παντού φεγγάρι  στα λόγια μου τα άδικα που φεύγουνε και πάνε μακριά στα γέλια μου τα άγρια  που κρύβουνε την αλήθεια στα ταξιδιάρικα όνειρα που ξέρω θα πνιγούνε                                                    στα νερά σου. Παντού φεγγάρι απόψε όπου κι αν πάω είναι εκεί όπου κι αν δω με βλέπει ότι κι αν πω με κρίνει                              γλυκό το φως σου. Παντού φεγγάρι...

_στο σημείο που μ' άφησες

Καταστροφή και πτώση  κι εγώ στη μέση της σιωπής γαντζώνομαι να αφουγκραστώ τον ήχο τον σωτήριο φωνής που θα με σώσει, και δεν ακούω τίποτα. Μόνο χαλάσματα απ’ όπου περνά η απουσία σου ανελέητη η μνήμη σου πεινασμένη η φοβερή σου η σιωπή. Κι  αφήνω τον λύκο να ουρλιάζει  εδώ που μ’ άφησες κι  αφήνω την πληγή να αιμορραγεί  εδώ που μ’ άφησες  κι αφήνω τον πόνο   εδώ που μ’ άφησες να με γεννά ολόκληρη. Στο σημείο αυτό που μ’άφησες  φωνάζω τ’ όνομά σου κανείς αντίλαλος κανείς δεν ξέρει αν υπάρχω. Και τώρα ξέρω,  η μοναξιά που έλεγες τι είναι.

_μόνο για να σου μιλώ

Ν α σου μιλώ,  να σου μιλώ, να  λέω μουσικές και να σου φτιάχνω ήχους με ψιθύρους,  μικρές σιωπές, με  βογγητά και τα νερά τους όλα τη νύχτα ν' απλώνω μπρος στη πόρτα σου π' όταν ανοίγεις το πρωί στα πόδια σου να βλέπεις μια λίμνη. Τι άλλο μπορώ να φτιάξω; Και μέσα της το είδωλο του κόσμου να τρέμει όπως το σώμα μου, θολό σαν το μυαλό μου, και να καταποντίζεται ολόκληρος σαν σκύβεις να τ’ αγγίξεις. Κι εσύ που τόσο φοβόσουν τ’ αγγίγματα στη λίμνη αυτή, θα μπαίνεις και θα κολυμπάς. Γιατί τους ήχους μου, τις μουσικές, όλες τις λέξεις μου, τους αντικατοπτρισμούς μου  η δίψα σου τους έβγαλε. Γιατί  άηχη θα’μουν εγώ,  χωρίς την αναπνοή σου, που φύσηξε σαν άνεμος   και σήκωσε τα κύματα της σιωπηλής μου λίμνης, θα ήμουν  ψυχρή κι ακύμαντη θα ήμουν νεκρή ακόμα. Να ξέρεις πως  μόνο γι’αυτό  θ’ απλώνω νερά να κολυμπάς, αιώνια κάθε βράδυ.

_ο βασιλιάς

Τις νύχτες δύο τρεις ώρες μόνο μ’ αφήνεις και κοιμάμαι. Ίσα να μην τρελαθώ, ίσα να μην πεθάνω. Κρυμμένος στο δωμάτιο βρίσκεσαι χρονομετρώντας τον ύπνο μου ελέγχοντας τα όνειρά μου. Κατά το κέφι σου και την απόφασή σου χτυπάς τα δυο σου δάκτυλα ξυπνάω πάλι κι αρχίζω να σε σκέφτομαι ξανά όλη τη μέρα. Προσπάθησα πολλές φορές να κλέψω λίγο ύπνο. Τον μάλωσα, του φώναξα, του έταξα Μάταια. Εσύ τα εξουσιάζεις όλα Όλα σε σένα υπακούν. Ο Βασιλιάς του κόσμου.

_φαντάσου

Φαντάσου ψυχή μου βάσανα, σκότη και ανηφόρες νιώσε ψυχή μου ψύχος δριμύ και πιάσε με τα δάκτυλα σίδερα πυρωμένα άσε τα μάτια σου στο δρόμο το μακρύ στο κόκκινο τον δρόμο, περπάτα μες την ερημιά και βούλιαξε στην άμμο, άσε τον άνεμο να σε πετά σε βράχια ψυχή μου, σε βράχια και να σε δέρνει η θάλασσα. Αν πεινάς να φας τα χέρια σου κι αν διψάς να πιείς τα δάκρυά σου φαντάσου ν’ ακούς δίχως αυτιά να λες χωρίς γλώσσα να ζεις δίχως καρδιά φαντάσου ψυχή μου, την ζωή κι αυτός να μην υπάρχει.

_έλα

Πού είσαι; Σε ψάχνω παντού, στις γωνίες των δρόμων, οσμίζομαι τ' άρωμά σου, ακουμπάω το αυτί μου στο χώμα να ακούσω το βήμα σου, διαβάζω τα χνάρια που άφησαν τα πόδια σου αρπάζομαι από κάθε μικρή αναπνοή που μου θυμίζει εσένα, ψηλαφώ κάθε επιφάνεια για να βρω τα χέρια σου, κάθε λόγο, και τον πιο απλό ακόμα που είπες "κουράστηκα" Πού είσαι; Πότε θα'ρθεις επιτέλους; Πότε θα κουραστείς να λείπεις; Εσύ που άκουγες πάντα ότι έλεγα γιατί δεν ακούς την   προσμονή μου; Παράξενο μου φαίνεται. Μη περιμένεις δεν θα κουραστώ ποτέ να σε ψάχνω γιατί περίμενα πολύ πήγα παντού για να σε βρω που τώρα πια μόνο να φωνάζω μπορώ Πού είσαι;  Έλα. Ξέρω  αν βγω στο δρόμο να φωνάξω την αγάπη μου, αν σε δουν οι άνθρωποι όπως εγώ σε είδα, εάν ακούσουν τα πουλιά και τα αδέσποτα σκυλιά για σένα, αν σε μάθουν  οι πόλεις, ο ουρανός, τα σύννεφα, οι ποταμοί, οι δρόμοι,  όπως εγώ σε διάβασα και έγραψα για σένα, θα σ' αγαπήσει το ...

_θόλος

Ο κόσμος σου είναι στρογγυλός. Ένας μετεωρολογικός θόλος είναι ο κόσμος σου κι εκεί συμβαίνουν όλα. Στον θόλο σου αλλάζουν οι εποχές, γεννιούνται οι ανέμοι, φουσκώνει η θάλασσα, φύονται σπάνια δέντρα και φρούτα ώριμα  λιώνουν στα δάκτυλά μου. Στον θόλο σου μετεωρίζομαι σε μια βροχή ασημένια και κάτω από τα πόδια μου κυλούν κυκλωτικά ποτάμια.  Α! τρέμω στο θόλο σου, γιατί είναι ουρανός κι εκεί συμβαίνουν όλα. Διανύει το φως τη μέρα μου, χορεύω στο σκοτάδι κι αγχόνη το φεγγάρι σου κρεμάει τη ζωή μου.

_γι' αυτό

Το Ξέρω πως μπορεί ο λόγος σου να με ρίξει στον πιο απόκρημνο γκρεμό να με δέσει στον πιο αιχμηρό βράχο εκεί να έρχονται για πάντα τα κοράκια. Μπορεί να δω μπροστά μου όλη την έρημο, όση ποτέ δεν πίστεψα πως έρημος τέτοια υπάρχει. Μπορεί ν’ αφανίσει κάθε ζωή, πουλί πετούμενο, να πάψει κάθε αέρας και φωνή να μην ακούγεται καμιά Μπορεί ο ουρανός ν’ ανοίξει και να μην ξέρω πια πού τελειώνει η γη κι αρχίζει το σκοτάδι Μπορεί να ζω πια με τους νεκρούς νεκρή κι εγώ μαζί τους. Κι αν είναι έτσι να γενεί ας γίνει. Το ξέρω πως μπορεί να’ρθες εδώ γι’ αυτό κι εγώ μπορεί γι’ αυτό να σε ζητούσα τόσο.

_του φεγγαριού

Θέλω να στέκεσαι περήφανο δεντρί Θέλω να βγάζεις φύλλα. Θέλω ν’ αφήνεις τα πουλιά να’ρχονται στα κλαδιά σου. Θέλω να πίνεις τη βροχή. Θέλω τριγύρω απ’ τον κορμό να μπλέκονται                                                   ερωτευμένα φίδια. Θέλω να νιώθεις τον άνεμο να σε αναταράζει Θέλω ν’ απλώνεις τις ρίζες σου σπάζοντας βράχια, πέτρες. Και στ’ ορφανό του ουρανού φεγγάρι Θέλω για ν’ αποκοιμηθεί να λες αυτά τα μαγικά, παρήγορα παραμύθια.

_λείπεις

Η ώρα οκτώμισι Λείπεις Διαλύονται τα χρώματα ολόγυρα Η σκέψη μου Λείπεις Απλώνεται σιωπή παντού Η σκέψη μου Λείπεις Μαυρίζει ο ουρανός συνέχεια Η σκέψη μου Λείπεις Η ώρα οκτώμισι Νύχτα η σκέψη μου Ψυχή μου Λείπεις.

_τις νύχτες κλαίνε τα βουνά

Τις νύχτες κλαίνε τα βουνά άκου εκεί που δεν πάτησε κανείς εκεί που είναι χιόνι εκεί που δεν τραγουδούν πουλιά που ο ουρανός ξεχνάει που μόνο ο   Θεός ακουμπά καμιά φορά τα ακροδάκτυλά του άκου άγρια κλαίνε τα βουνά τις νύχτες που σε ψάχνω τις έρημες τις νύχτες μου ψυχή θεριό, ψυχή φευγιό, ψυχή αγριεμένη.

_τριακόσιες μέρες

Τριακόσιες μέρες θα περάσουνε χωρίς να σου μιλήσω. Θα αναρωτιέσαι αν είμαι εδώ ή πήγα σ’ άλλη πόλη. Δεν θα ρωτάς, θα προσπαθείς κρυφά να βρεις σημάδια Τον ήχο μου, τα μάτια μου, τα χείλη, τα μαλλιά μου, Το κλάμα μου, τα λόγια μου, το γέλιο, την σκιά μου. Τριακόσιες μέρες θα περάσουνε χωρίς να σου μιλήσω. Τίποτα δεν θα μπορείς να έχεις από μένα. Κανένα κομματάκι μου δεν θέλω να σ’ αφήσω. Τριακόσιες μέρες θα περάσουνε χωρίς να σου μιλήσω. Κι όταν όλες περάσουνε και τίποτα δεν θα μένει Θα’ρθω μια νύχτα ανήμπορη, χωρίς πνοή, εκλιπαρώντας για νερό στην πόρτα σου διψασμένη.

_ημιτελή κι ανέγγιχτα

Όταν λείπουν  απλά πράγματα Να βρει και ν' ακουμπήσει το κεφάλι του στο πλάι κάποιου άλλου  κι έτσι μαζί να κουνηθούνε  ρυθμικά σα να νανουρίζονται ένα πικρό και  δυνατό αργό σάλεμα δύο άνθρωποι πλάι πλάι ρυθμικά που κουνιούνται κι έρχεται ο ύπνος  και τους παίρνει ψιθυριστά τραγουδώντας την πίκρα  της αιωνιότητας. Δεν τραγουδιέται αλλιώς! Δεν τραγουδιέται η ώρα αυτή Όταν  Μου λείπεις τόσο πολύ.  ****************** Νύχτα Ποτέ  δεν θα ακούσεις την σιωπή μου, την αγρύπνια μου, την αντοχή μου.  Xαλάσματα τούτου του κόσμου  φυλάξτε  το εγχάρακτο φιλί που τρόμαξε απ' την ερημιά και κρύφτηκε βαθιά στα λόγια που ήθελα να πω, και δεν θ’ ακουστούν Ποτέ Άγρια Νύχτα  φτάνει.  ****************** Tην καρδιά μου κρατάω απόψε ανήμερη στα κύματα της πιο...

_για την ξεχωριστή Αγάπη σου

Μίλα εσύ για αγάπη. Πώς να μιλήσω εγώ για την αγάπη. Για την αγάπη σου. Θέλω να μιλήσω και οι αισθήσεις μου όλες αρδευτικά κανάλια φουσκωμένα πλημμυρίζουν τη γη σου. Θα ‘πρεπε να ήμουν γεωργός μ’ αμπέλια, με χωράφια με δέντρα καρποφόρα να ‘χω τη μυρωδιά της γης στα χέρια, στα μαλλιά μου για να μιλώ για την ξεχωριστή τη γήινη, την πήλινη αγάπη. Θέλω να μιλήσω και στο μυαλό εισέρχεται η θάλασσα, με ταραχή, με βουητό μ’ όλη τη δύναμή σου. Θα ‘πρεπε να ήμουν φαλαινοθήρας, κυνηγός τεράστιων πλασμάτων, τον λευκό απέραντο κυματισμό να ‘χω στα μάτια, στη καρδιά μου, για να μιλώ για την ξεχωριστή την άγρια, την τρομερή αγάπη. Θέλω να μιλήσω και η γλώσσα μου γίνεται έρημος, άνυδρη ούτε σκιά, ούτε νερό, μόνο καυτός αέρας. Θα ‘πρεπε να ήμουν ασκητής, με θεϊκά σημάδια, με πληγές με μάτια κόκκινα τρελά, λέξεις κομματιασμένες, για να μιλώ για την ξεχωριστή, την μυστική, μαιευτική αγάπη. Τίποτα δεν είμαι απ’αυτά. Εσύ όμως, εσύ που είσαι τα πάντα, μίλα εσύ για την ξεχωριστή, την άλεκτη, τ...

_το σωστό

Πάντα εσύ θα βρέχεις κι εγώ θα πίνω εσύ θα μιλάς κι εγώ θα ακούω εσύ θα προσπαθείς κι εγώ θα αντιστέκομαι έτσι οι άνθρωποι φτιάχνουν το σωστό και δεν μπορούν να ξεφύγουν απ' αυτό που έφτιαξαν οι ίδιοι με τα χέρια τους και στα δικά τους μέτρα. Το σωστό είναι μια μοίρα φωλιάζει στις προσευχές μετριέται στα κομποσχοίνια τόσο βασανιστικά βήμα το βήμα τόσο δεσμευτικά ιστό τον ιστό τόσο ανθρώπινα. έτσι που Πάντα εσύ θα κρατάς ένα μαχαίρι κι εγώ θα δείχνω το λαιμό μου.

_ακροβασία

Απ’ όταν είπες απερίσκεπτα: «έτσι θα ζω» ακροβάτης χωρίς σκοινί, χωρίς δίκτυ ασφαλείας με μια ισορροπία αφέλειας και έκπληξης, προκλητικά, θαμβωτικά, ακροζυγιάζοντας με δύο μόνο χέρια την πείνα και τη δίψα σου και τα κενά αέρος, καλώντας τις Δυνάμεις που κρατούν πάνω σε μια γραμμή το φως και το σκοτάδι, το Είναι και το Χάος πλάι, να σε συντρέξουν, να σε πάρουν υπό την προστασία τους, δεν ήξερες ότι σαν σφάγιο ιερό, σαν δόξα προσέφερες σ’ αυτές τον εαυτό σου. Και κοίτα ανάμεσα, μικρέ μου ακροβάτη, σκάλες της ζωής και άλλες σκάλες του θανάτου σε μια ροή αέναη         -γενηθήτω το θέλημά σου        αποθανέτω το θέλημά μου –        αυτό που έρχεται μαζί μ’ αυτό που φεύγει,        μ’ αναπνοή ζωής και μ’ εκπνοή θανάτου και μόνο ο θαυμασμός που αδειάζει τις σπείρες του μυαλού, τις κυψελίδες των πνευμόνων επιφωνηματικά και άφω...

_ατέλειωτο του Ιούλη μεσημέρι

Ατέλειωτο του Ιούλη μεσημέρι πού να κρυφτώ; είναι ο ήλιος χίλιες φωτιές σκάει η γη στερεύουν τα πηγάδια λιποθυμούνε τα δεντρά δεν ημερεύει η όψη του, δεν παύει η οργή του, δεν σώνομαι. Μεσημέρι του ατέλειωτου Ιούλη ή κάψε με ή άσε με ή κρύψε με στο φως σου.