Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα _Άγγελος Σικελιανός

_το Άγραφον του Άγγελου Σικελιανού : μια αφιέρωση

Στον Κώστα Λ. Έρχομαι σήμερα, μετά από δυο χρόνια και κάτι από την πρώτη ανάρτηση (3ος 2015) του ποιήματος   Άγραφον, του   Άγγελου Σικελιανού,  για  να κάνω εκείνο τον σχολιασμό που είχα τότε υποσχεθεί,  συνομιλώντας με έναν Ανώνυμο αναγνώστη. Δεν πρόκειται για την εκπλήρωση εκείνης της υπόσχεσης... έχω δώσει πάμπολλες υποσχέσεις στον εαυτό μου και στους άλλους, κατά καιρούς,  που δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω.... αλλά για κάτι σκέψεις που έχω στο μυαλό μου και θα ήθελα να εκθέσω. Ας θυμηθούμε το ποίημα: 'Αγραφον Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του, σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος, ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια, καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια, σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια... Κι εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω, πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι, που -ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν...

_Άγγελος Σικελιανός : Άγραφον

Άγγελος Σικελιανός (1884-1951) Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του, σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος, ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια, καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια, σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια... Κι εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω, πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,   που -ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν- μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι σα μ' ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν...   Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας δεν εκρατήθη μαθητής και Του 'πεν από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα    τη φοβερήν οσμή και στέκεσ' έτσι;» Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι απ' το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη: «Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει ...

_Άγγελου Σικελιανού : Στ' Όσιου Λουκά το Μοναστήρι

Άγγελος Σικελιανός (1884 - 1951) -1935- Στ᾿ Ὅσιου Λουκᾶ τὸ μοναστήρι, ἀπ᾿ ὅσες γυναῖκες τοῦ Στειριοῦ συμμαζευτῆκαν τὸν Ἐπιτάφιο νὰ στολίσουν, κι ὅσες μοιρολογῆτρες ὥσμε τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τὸ ξημέρωμα ἀγρυπνῆσαν, ποιὰ νὰ στοχάστη - ἔτσι γλυκὰ θρηνοῦσαν! - πώς, κάτου ἀπ᾿ τοὺς ἀνθούς, τ᾿ ὁλόαχνο σμάλτο τοῦ πεθαμένου τοῦ Ἄδωνη ἦταν σάρκα ποὺ πόνεσε βαθιά; Γιατὶ κι ὁ πόνος στὰ ρόδα μέσα, κι ὁ Ἐπιτάφιος Θρῆνος, κ᾿ οἱ ἀναπνοὲς τῆς ἄνοιξης ποὺ μπαίναν ἀπ᾿ τοῦ ναοῦ τὴ θύρα, ἀναφτερώναν τὸ νοῦ τους στῆς Ἀνάστασης τὸ θάμα, καὶ τοῦ Χριστοῦ οἱ πληγὲς σὰν ἀνεμῶνες τοὺς φάνταζαν στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια, τὶ πολλὰ τὸν σκεπάζανε λουλούδια ποὺ ἔτσι τρανά, ἔτσι βαθιὰ εὐωδοῦσαν! Ἀλλὰ τὸ βράδυ τὸ ἴδιο τοῦ Σαββάτου, τὴν ὥρα π᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἅγια Πύλη τὸ ἕνα κερὶ ἐπροσάναψε ὅλα τ᾿ ἄλλα ὡς κάτου, κι ἀπ᾿ τ᾿ Ἅγιο Βῆμα σάμπως κύμα ἁπλώθη τὸ φῶς ὦσμε τὴν ξώπορτα, ὅλοι κι ὅλες ἀνατριχιάξαν π᾿ ἄκουσαν στὴ μέση ἀπ᾿ τὰ «Χριστὸς Ἀνέστη» μίαν αἰφνίδια φωνὴ νὰ σκ...