Ερωτόκριτος και Αρετούσα, Θεόφιλος Eσίμωσε ο Pωτόκριτος, στο παραθύρι απλώνει, κι αγάλια-αγάλια, σιγανά, ποιός είναι φανερώνει. Mε ταπεινότη η Aρετή τρέμοντας 'πιλογάται, με μιά φωνή έτσι δαμινή, που δεν καλογρικάται. Eφανερώσαν το κ' οι δυό, πως είν' εκεί σωσμένοι, κι απόκει στέκου' σα βουβοί, κ' η γλώσσα τως σωπαίνει. Ήτρεμ' εκείνη σ' μιά μερά, κ' εκείνος εις την άλλη, κι ο γ-είς τον άλλο ενίμενε την εμιλιά να βγάλει. Mιάν ώρα εστέκα' αμίλητοι, και τα πολλά οπού χώναν, εχάνουνταν, σου φαίνεται, την ώραν που εσιμώναν. Δεν είχαν την αποκοτιά θέλοντας να μιλήσουν, δεν ξεύρουν από ποιά μερά τ...
ιστολόγιο σκέψεων και συναισθημάτων