Κάποιος φτάνει σε μια απόμερη ακτή και λέει : Κ: Εδώ ας σταθώ. Ο αόρατος αόμματος αντιφωνητής του απαντάει και λέει : Ο : Στου Φόρκυνα του εναλίου γέροντα το λιμάνι.... Κ: Κι ας δω κ' εγώ την φύσι λίγο. Ο : δυο κάβοι απόκρημνοι που το ορίζουν, προς τα μέσα χαμηλώνουν και το κλείνουν, κρατώντας το μεγάλο κύμα απ' έξω, όταν οι άνεμοι λυσσομανούν. Κ: Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού Ο: Το πιο περίλαμπρο άστρο πρόβαλε ψηλά, που πρώτο αναγγέλλει της εωθινής Αυγής το φως, Κ : λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· Ο: Στον κόρφο του τα καλοκούβερτα καράβια αράζουν άδετα κι ησυχάζουν, στην κεφαλή του λιμανιού μια ελιά μακρόφυλλη κι εκεί στο πλάι της θαμπή σπηλιά χαριτωμένη, τόπος ταμένος των νυμφών που λέγονται ναϊάδες. Κ: Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά (τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα) ∙ κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου, τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής. Ο...
ιστολόγιο σκέψεων και συναισθημάτων