ἥλιος κυκλοδίωκτος, ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε καὶ μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον ἀκαταπαύστως.
(Ωδή τρίτη, Εις Θάνατον, ...Ανδρέας Κάλβος)

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2021

_παίρνοντας τον περιφερειακό της Επιθυμίας

 Τα δημοσιευμένα κείμενα υπό τον παραπάνω τίτλο αποτελούν αποσπάσματα εργασίας. 

Δεν προτίθεμαι να δημοσιεύσω στο ιστολόγιο την υπόλοιπη και δυστυχώς δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να δημιουργήσω ένα σύνδεσμο που να παραπέμπει στο πλήρες κείμενο. Μου λείπει το γνωστό know how... πολύ σημαντικό πράγμα. 

Πάντως αν κάποιος θα ήθελε το αρχείο μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μου. 

Αυτά για κλείσει αυτό το κεφάλαιο....




Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2021

_Παίρνοντας τον περιφερειακό της επιθυμίας (ii)




Συνέχεια από προηγούμενη ανάρτηση

Ωστόσο, δεν «ανακαλύπτουμε» σε τούτη την εργασία «τον τροχό» η συζήτηση για την ανθρώπινη επιθυμία είναι τόσο παλιά όσο οι θρησκείες και η ανθρώπινη κοινωνικότητα. Η επιθυμία, συνδεόμενη τόσο με το μεγαλειώδες όσο και το ποταπό, με το εξαιρετικό όσο και το απολύτως κοινότοπο και αναμενόμενο, υπήρξε διαχρονικά το υπόστρωμα των παθών, ο αντίπαλος του λόγου, η αιτία των «θανάσιμων αμαρτημάτων», ο σκοτεινός εκείνος παράγοντας στην πίσω πλευρά, στο ονειρικό παρασκήνιο των ανθρώπινων πράξεων. 



ΠΡΟΛΕΓΌΜΕΝΑ : Μια αναδρομή στη φιλοσοφική διάσταση της επιθυμίας 

Η επιθυμία, αδιαφανής και αμφίσημη ακόμα και για τον φορέα της –κυρίως γι’αυτόν-, καταδείχθηκε από την θρησκευτική ηθικολογία ως η αιτία της «πτώσης» του ανθρώπου σ’ ένα κατώτερο οντολογικό επίπεδο συμπαρασύροντας όλη την Δημιουργία και ανοίγοντας έτσι τις πύλες για να εισέλθουν, σ’ έναν κατά τ’άλλα τέλειο κόσμο, όλα τα δεινά : ο μόχθος, η έλλειψη, η αρνητικότητα, κάθε μορφή καταπίεσης και ασφαλώς ο θάνατος[1]

Η αρχαία φιλοσοφική παράδοση, από τον Πλάτωνα έως τους Στωικούς και τους Επικούρειους, αναμετριέται με την φύση της ανθρώπινης επιθυμίας και τις διάφορες μορφές της που απαντούν στο έμψυχο σώμα[2]. Στον Πλάτωνα είναι γνωστή η τριμερής διαίρεση της ψυχής στο 4ο βιβλίο της Πολιτείας (436bc-440e) σε λογιστικόν, θυμοειδές και επιθυμητικόν. Ανάλογα στον Φαίδρο (246a3 -257a2) υπεύθυνα για τις επιθυμίες είναι τα άλογα μέρη της ψυχής ενώ στο Συμπόσιο (200 a- e) επιθυμία είναι το πράγμα που μας λείπει, που δεν ταυτίζεται με εμάς : «όποιος επιθυμεί, επιθυμεί κάτι που του λείπει και δεν επιθυμεί κάτι που δεν του λείπει»[3] για να αναφέρω τρεις μόνο από τους πλατωνικούς διαλόγους όπου αναπτύσσεται ο σχετικός προβληματισμός. Γενικά, στον Πλάτωνα το επιθυμείν δεν είναι ένα νοητικό φαινόμενο, αλλά σε αντιστοιχία με το επιθυμητικό και το θυμοειδές μέρος της ψυχής, διακρίνεται σε λογικές και άλογες επιθυμίες. 

Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον γενικό όρο όρεξις για να περιγράψει την δύναμη της ψυχής που εμφανίζεται μαζί με την αίσθηση στους ζωντανούς οργανισμούς και σκοπό έχει την απόλαυση της ηδονής και την αποφυγή του πόνου (Περί ψυχής 414b1-2 – 414b4-6) και τον όρο ορεκτόν για να περιγράψει το αντικείμενο της επιθυμίας το οποίο είναι εξωτερικό, διαφέρει ως προς το είδος από την ψυχική ικανότητα του επιθυμείν και συλλαμβάνεται ως αναπαράσταση από την φαντασία (ΠΨ 433a14-15). Στη συνέχεια η προαίρεσις, δηλαδή μια διαδικασία διαβούλευσης, την οποία διαθέτουν μόνο οι άνθρωποι, σταθμίζει την βουλευτικήν όρεξιν, τα μέσα και τις δυνατότητες εκπλήρωσης της επιθυμίας και έτσι φανερώνεται η ηθική ποιότητα του πράττοντα (Ηθικά Νικομάχεια 113a- 12-13 κ.ε.). 

Οι Επικούρειοι φιλόσοφοι αποφεύγουν τον πλατωνικό δυισμό ανάμεσα σε νοητικές και αισθητικές οντότητες στον βαθμό που, στα πλαίσια της δικής τους οντολογίας, μόνο τα σώματα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ωστόσο κι εδώ συναντάμε την διάκριση σε anima και animus, σύμφωνα με την οποία το επιθυμητικό, δηλαδή οι άλογες δυνάμεις της ψυχής ως anima πρέπει να υποτάσσεται στο λογικό μέρος ως animus. 

Στη στωική φιλοσοφία των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, η επιθυμία είναι ένα νοητικό φαινόμενο, βάσει του οποίου τα νοήμονα υποκείμενα αποδίδουν στα αντικείμενα την ιδιότητα του επιθυμητού, και εξαρτάται από τις πεποιθήσεις μας. Ακόμα κι εκείνες οι επιθυμίες που φαίνονται να μην εξαρτώνται από τις πεποιθήσεις μας για το πώς είναι ο κόσμος (π.χ. η δίψα και η επιθυμία μου να ξεδιψάσω) στον ενήλικα άνθρωπο αρθρώνονται με προτασιακό, γλωσσικό τρόπο. Γιατί από την στιγμή που αναδύεται ο λόγος στον άνθρωπο, είμαστε πλέον δεσμευμένοι να λειτουργούμε λογικά δηλαδή προτασιακά. Έτσι ακόμα και η επιθυμία να ξεδιψάσουμε είναι μια λογική επιθυμία, ενώ του ζώου είναι άλογη[4]

Συνοψίζοντας, σε όλη την κλασική και ύστερη αρχαία φιλοσοφία ή θεματική της επιθυμίας αποτελεί αφ’ ενός αναπόσπαστο μέρος της μεταφυσικής συζήτησης για την καθολικότητα της ψυχής και την σχέση της με το σώμα και αφ’ετέρου, στον βαθμό που η φύση της επιθυμίας μας φέρνει σε επαφή ή μας αποξενώνει από τους άλλους, αποκτά ηθικο-πολιτικά χαρακτηριστικά και σχετίζεται με τον ευδαίμονα βίο. 

Στους αιώνες της πρώιμης χριστιανικής φιλοσοφίας και εξής, η επιθυμία μαζί με την σχετική συζήτηση για την ελευθερία του ανθρώπου και την ελευθερία της βούλησης, θα γίνει κομβικής σημασίας για την αξιολόγηση της εγκοσμιότητας, που πλέον διαφέρει ριζικά από εκείνη της αρχαίας πόλεως, για τον ασκητικό βίο και εντέλει τη σωτηρία ή την απώλεια του ανθρώπου[5]


💢💢💢💢

[1] Στον βουδισμό η υπέρτατη τελειότητα είναι η «κατάπνιξη της επιθυμίας». Στον δυτικό κόσμο και στην ιουδαιο-χριστιανική παράδοση η επιθυμία αναγνωρίζεται ως κάτι ουσιαστικό και ανεκρίζωτο και ως τέτοιο μπορεί να αποτελέσει ένα μόνιμο και επικίνδυνο πειρασμό. Αν η Εύα αμάρτησε, είναι γιατί αφέθηκε να γοητευθεί από το απαγορευμένο δέντρο, που ήταν «καλόν εις βρώσιν και αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον του κατανοήσαι» (Γεν 3, 6). Επειδή ακριβώς υπέκυψε στην επιθυμία της, η γυναίκα θα γίνει από τότε θύμα της επιθυμίας που την ωθεί προς τον σύζυγό της και θα υποστεί τον νόμο του άνδρα (3,16). Για την ανθρωπότητα, η αμαρτία είναι σαν μια άγρια επιθυμία που πρέπει με τη βία να κρατηθεί υποταγμένη (4,7). Αχαλίνωτη επιθυμία είναι η πλεονεξία, η φιληδονία, η επιθυμία της σαρκός και των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου (Ιω 2, 16 βλ. Ιακ. 1, 14 εξ) και η επιρροή της πάνω στην ανθρωπότητα κάνει τον κόσμο βασίλειο του Διαβόλου. Ο Νόμος, ακόμα πιο κατηγορηματικά, αποβλέποντας στην καρδιά, την πηγή της επιθυμίας, απαγορεύει την ένοχη επιθυμία «ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα… την οικία του πλησίον σου» (Εξ. 20,17). Ο Δαβίδ υποκύπτει στον επιθυμία του για την Βηρσαβεέ (2 Βασ. 11, 2 εξ) προκαλώντας αλλεπάλληλες καταστροφές. Ο Αχαάβ, υποκύπτοντας στην επιθυμία του, ύστερα από συμβουλή μιας γυναίκας, της Ιεζάβελ, αρπάζει τον αμπελώνα του Ναβουθαί και καταδικάζει σε θάνατο τη δυναστεία του (3. Βασ, 21) 


[2] Για μια συνοπτική παρουσίαση της θεματικής της επιθυμίας στην φιλοσοφία της κλασικής και ύστερης αρχαιότητας βλ. Καραμανώλης Γ. ΨΥΧΗ, ΝΟΥΣ, ΣΩΜΑ στο συλ. έργο Εισαγωγή στην αρχαία φιλοσοφία, ΠΕΚ 2017, σσ 329-367. 


[3]  Την φράση, θα μπορούσε κάλλιστα να προσϋπογράψει ο Λακάν, στην θεωρία του οποίου θα αφιερώσουμε μεγάλο μέρος αυτής της εργασίας. 


[4] ό.π. σσ 360-361. 


[5] Καραμανώλης Γ, Η φιλοσοφία του πρώιμου χριστιανισμού, εκ. Οκτώ, Αθήνα, 2017.

Συνεχίζεται....

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2021

 Ξέρω έναν άνθρωπο που πέθανε 

σε κανονική ηλικία για να πεθάνει κανείς

στην ηλικία εκείνη που αναζητάς την Μάνα σου. 

_Τι παράξενο πράγμα

 

...τώρα ήταν παντού, όπου γυρνούσε το μάτι, τον έβλεπε να μπαίνει από την πόρτα της κουζίνας, έπειτα να σκύβει να διορθώσει κάτι στην χαλασμένη βρύση, να κάθεται στο τραπέζι, να ανεβαίνει τις σκάλες, να φτιάχνει καφέ, να ψάχνει τα τσιγάρα του, να μιλάει, να αγανακτεί, να θυμώνει, να σωπαίνει, να της βγάζει με τα μάτια του το λεπτό ρούχο που φορούσε... Θεέ μου, πώς ήταν τόσο αφελής!  εκεί που νόμιζε ότι είχε από χρόνια μετακομίσει και είχε πάρει τα πράγματά του και είχε φύγει... τώρα τα έβλεπε παντού, τα πουκάμισα κρεμασμένα στη ντουλάπα, δίπλα στα δικά της φορέματα, τα ξυριστικά του πάνω στο τζαμάκι του νιπτήρα και ο καθρέπτης θολός ακόμα από το ζεστό πρωινό μπάνιο και το σαπούνι υγρό και  το κουτάκι με τα κατσαβίδια και τις βίδες και το τρυπάνι του εκεί που πάντα τα φύλαγε σε ένα αποθηκάκι κάτω από τη σκάλα, δίπλα στα παπούτσια του και στον καναπέ ήταν το βούλιαγμα από το σώμα του και το σώμα του είναι ακόμα στο κρεβάτι τους και το κρεβάτι τους ήταν ακίνητο στη μέση του δωματίου και το δωμάτιο ήταν η φυλακή που φυλακίστηκε ο χρόνος και ο χρόνος, ο χρόνος, ο χρόνος, ο χρόνος, ο χρόνος, ο χρόνος η φυλακή των αφελών ανθρώπων, πουθενά τώρα. 

_για έναν σπουδαίο άνθρωπο που είχα γνωρίσει



Στον Γιάννη που τ'αποφάσισε 


 Όπως η νιότη μας, 

όπως τα ποτήρια που τα σηκώναμε στον αέρα

τα αγγίζαμε για μια στιγμή,

μια στιγμή τα αγγίζαμε 

και πίναμε το  κρασί μας 

και τα ακουμπούσαμε πάνω στο ίδιο τραπέζι

και τα χέρια μας που ήταν κάποτε τα δικά μας χέρια

και τα λόγια μας που ήταν κάποτε δικά μας λόγια 

και τα όνειρά μας που ήταν κάποτε τα όνειρα του κόσμου


Όπως οι  θάλασσες που κολυμπούσαμε βαθιές με τους ψαράδες

και οι ωραίες εκδρομές που κάπου θα πηγαίναμε

και μετά το τέλος άρχισε να μπαίνει από παντού

όπως οι κρύες θάλασσες που κολυμπούσαμε

όπως η αλήθεια 

και οι αγκαλιές που κύκλωναν το τίποτα του αέρα

και του κορμιού την ερημιά

και το σκληρό του κόσμου. 


Τι δεν είπες ποτέ;

Δεν θα το μάθω. 

Το αποφάσισες λοιπόν;  

Όπως η νιότη μας

Φεύγεις;

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2021

_Παίρνοντας τον περιφερειακό της Επιθυμίας

 






Ανάμεσα στους θεωρητικούς, τους πολιτικούς, τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, τους λεγόμενους «ανθρώπους της αγοράς» αλλά και τους απλούς πολίτες είναι κοινή παραδοχή ή έστω διάχυτη η αίσθηση, ότι ζούμε σε έναν κόσμο αυξανόμενης πολυπλοκότητας, ρευστότητας και απροσδιοριστίας. Η εντελώς πρόσφατη «πανδημία» έρχεται να προστεθεί σε ένα κατάλογο αναπάντεχων γεγονότων και πρωτόγνωρων καταστάσεων που διαρκώς πυκνώνει, κλονίζοντας ατομικές και συλλογικές βεβαιότητες. Είναι «πράγματα που συμβαίνουν» και λαμβάνουν χαρακτηριστικά παγκόσμιας κλίμακας και οριζόντιας διάχυσης, κι ίσως αποτελέσουν τον πυρήνα για μελλοντικές θεωρητικές επεξεργασίες. 

Διάχυτη επίσης είναι η αίσθηση ότι τα θεωρητικά εργαλεία που παρείχαν οι μεγάλες θεωρητικές συλλήψεις των προηγούμενων αιώνων -όπως ο φιλελευθερισμός και η προοδεύουσα τεχνο-οικονομία, ο μαρξισμός και ο δομικός, ηθικο-πολιτικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, η ψυχανάλυση και η αποκωδικοποίηση των συγκρούσεων που ριζώνουν στον ανθρώπινο ψυχισμό- δεν είναι αρκετά για να φωτίσουν το νέο περιβάλλον, που πολλοί θεωρητικοί ονομάζουν μετανεωτερικότητα. 

Αρκετοί σήμερα αναγιγνώσκουν στη «νέα» αυτή πραγματικότητα ενδείξεις ανθρωπολογικής οπισθοδρόμησης που παρατηρούνται στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες και τάσεις αποσύνθεσης και μαρασμού πολλών διακριτών χαρακτηριστικών του ανθρώπου (π.χ. της γλωσσικής επικοινωνίας), της ανθρώπινης κοινωνίας και των πολιτικών-πολιτειακών κατακτήσεων (π.χ. της δημοκρατίας και των θεσμών του δημοκρατικού πολιτεύματος). Ο σύγχρονος άνθρωπος, ως αποδέκτης των κατακτήσεων του δυτικού πολιτισμού, παρότι φαίνεται να είναι πιο ενημερωμένος και πιο δραστήριος απ’ ό,τι στο παρελθόν, παρότι βρίσκεται σε διαρκή κινητικότητα και επαγρύπνηση, ταυτόχρονα φαίνεται ανίσχυρος, αποσβολωμένος και παραδομένος σε μια αίσθηση μοίρας. Η αποσβόλωση αυτή δεν προέρχεται πλέον από την αδυναμία σύλληψης και εννοιολόγησης κάποιας ολότητας, ικανής να κινητοποιήσει συλλογικά και ατομικά οράματα, αλλά από μια καταιγιστική σμικρότητα της καθημερινής ζωής που παραλύει. 

Δύο, κατά τη γνώμη μου, είναι οι συνιστώσες αυτής της παραλυτικής καταιγιστικής σμικρότητας: από τη μια ο φόβος και τα ζητήματα ασφάλειας που εμπλέκονται ολοφάνερα πλέον σε όλες τις πλευρές της διαβίωσης των ανθρώπων (ο λόγος περί κρίσης) και από την άλλη η αναδιατύπωση της επιθυμίας (ο λόγος περί της απόλαυσης). Τόσο ο φόβος όσο και η επιθυμία, εκτός από την εμφανή διαπλοκή τους στις πολιτικές χειραγώγησης, αποτελούν αρχέγονες ψυχικές καταστάσεις ή τις δύο αλληλένδετες όψεις του απωθημένου ‘πραγματικού’. Για τους σκοπούς της τούτης της εργασίας, μόνο περιφερειακά θα αναφερθώ στο φόβο, όταν θα συζητήσω το πρόβλημα της δυσκολίας ή αδυναμίας σύλληψης του ‘πραγματικού’. 

Από την άλλη, η επιθυμία (ή το επιθυμείν γενικότερα), εντός του σύγχρονου ιστορικού πλαισίου, το οποίο διαφέρει από εκείνο της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ριζοσπαστικοποιείται και απελευθερώνεται από τα συστήματα ηθικής χαλιναγώγησης και εμφανίζεται ικανή να στεγάσει ένα πλήθος κινήτρων, ικανοποιήσεων και ελπίδων του μικρόκοσμου της καθημερινής ζωής. Όπως αναφέρει ο Μπωντριγιάρ αυτή η «απελευθέρωση» μιας «επιθυμίας» είναι μια σχετικά πρόσφατη φαντασίωση και θα μας πάρει καιρό να καταλάβουμε με ποιους τρόπους και με ποιες συνέπειες αρχίζει να εκρήγνυται σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού[1]. Αν στις επιθυμίες των δισεκατομμυρίων κατοίκων του πλανήτη, που εκδηλώνονται στον κόσμο μας, αντιστοιχούσε μια στιγμιαία λάμψη στον ουρανό, ένα βεγγαλικό, θα ζούσαμε σ’ένα κόσμο που δεν θα σκοτείνιαζε ποτέ. Οι απανταχού μεγαλουπόλεις που ποτέ δεν κοιμούνται είναι η έκφραση αυτής της φωτοχυσίας των επιθυμιών. 

(Συνεχίζεται)

[1] Baudrilliard J. Η Συμβολική ανταλλαγή και ο Θάνατος, σελ. 11.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2020

_έχω καιρό να γράψω ή ο θολός καιρός

 Έχω καιρό να γράψω, όχι μόνο σε αυτό το μπλοκ, αλλά και γενικά. Δεν γράφω πια. 

Ίσως και να μην μιλάω πια. 

Λένε πως υπάρχει μια περίοδος στην ζωή αυτών που γράφουν (με την ευρεία έννοια του γραψίματος) που σταματούν να γράφουν οτιδήποτε. Μάλιστα δίνονται διάφορες εξηγήσεις γι' αυτό το φαινόμενο. Εγώ θα ονόμαζα αυτή την περίοδο "θολό καιρό". Ναι, υπάρχει ένας καιρός, ένα χρονικό διάστημα όπου όλα είναι θολά, τίποτα δεν ξεκαθαρίζει, ούτε αυτό το καθάριο, ηρωικό μίσος, ούτε αυτή η καθάρια, ηρωική αγάπη. Αισθάνεσαι να βουλιάζεις μέσα στις μέρες που περνούν και μέσα στα πράγματα που σε περιτριγυρίζουν και που κι αυτά, όλα βουλιάζουν το ένα μέσα στο άλλο, χάνουν τα περιγράμματά τους, χάνουν τον χώρο τους. Ψάχνεις και δεν βρίσκεις τίποτα, ούτε αυτό που θα αναγνώριζες ως εαυτό σου και που τόσο πολύ αγωνίστηκες για τον βρεις και να τον περιγράψεις.  Εσύ δεν είσαι πουθενά. Ή μάλλον μαντεύεις πως και συ μέσα στο θολό τοπίο ίσως είσαι μια από τις πολλές θολές σκιές. Ποια σκιά όμως; Αλίμονο δεν ξέρεις ούτε αυτό... Ούτε τα επιτεύγματά σου, ούτε οι ιδέες σου, ούτε η γνώση σου,  ούτε η γνώμη σου, ούτε η φωνή σου. Ο θολός καιρός είναι μια ανελέητη κι αμίλικτη εποχή.  

Μέσα σ' αυτό το ζοφερό σκηνικό και μόνο μέσα σ' αυτό ωριμάζει η στιγμή της εξομολόγησης. 

Έχω, λοιπόν, καιρό να γράψω....