Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

_ιστορίες λεωφορείου vi




Ξεκινώντας να γράψω αυτό το κείμενο προβληματίστηκα πολύ εάν θα έπρεπε να μεταφέρω αυτούσιες  λέξεις. Ίσως, εάν είχα τέτοια δύναμη στην χρήση του γραπτού λόγου και μπορούσα να μεταφέρω τα λεγόμενα, δίχως όμως να μετατρέψω το κείμενο αυτό σε μια φθηνή βωμολοχία, να το επιχειρούσα.. Αποφάσισα όμως  ότι δεν έχω τέτοια ικανότητα και έτσι αποδέχομαι την πιθανότητα να μην καταφέρω τελικά να πείσω τους αναγνώστες του κειμένου για την δύναμη, την ένταση και την πολυπλοκότητα των βιωμένων στιγμών.

Μέρα καθημερινή,  πρωί,  το υπεραστικό λεωφορείο Ρέθυμνο - Χανιά, μεταφέρει εφήβους από τα χωριά της ενδοχώρας στα Λύκεια, κυρίως στα ΕΠΑΛ της πόλης, ανάμεσα στους επιβάτες βρίσκονται ασφαλώς και  αρκετοί ενήλικες και υπερήλικες που πάνε στις δουλειές ή στα ραντεβού τους. Εγώ νυσταγμένη ακόμα,  κάθομαι προς τα πίσω καθίσματα και ακουμπάω στο παράθυρο.

Η παρέα των εφήβων, 10 - 12 άτομα, έχει καταλάβει την γαλαρία και ο εισπράκτορας - ελεγκτής κυκλοφορεί ανάμεσά μας στον στενό διάδρομο. Η μέρα προμηνύεται ζεστή, καλοκαιρινή.
Τα παιδιά συζητούν έντονα, οι φωνές τους είναι δυνατές, δεν απευθύνονται στον διπλανό ή στον παραδίπλα αλλά σε άπασα την επικράτεια του λεωφορείου.
Στα αυτιά μου φτάνει μονότονα, επαναλαμβανόμενα και κυρίαρχα μια μόνο λέξη "μαλάκα". Είναι τόσο επίμονη η χρήση της, ωσάν ήχος πρωινού ξυπνητηριού που έχει ρυθμιστεί να κτυπάει μα-λά-κα, που κάποια στιγμή αναγκάζομαι, με αγανάκτηση, να βγω από την πρωινή μου ραστώνη και να γυρίσω πλευρό προς τους νεαρούς.
Γιατί συζητούν;
Το θέμα της συζήτησης, με την αποκαλυπτικότητά του,  θα έπρεπε να κάνει,  όλους όσους ηγούνται ή ηγήθηκαν της ελληνικής κοινωνίας, πολιτισμού και παιδείας τα τελευταία 50 χρόνια, να δαγκώσουν την γλώσσα τους, αν όχι να οδηγήσουν στα άκρα την λογική τους. 
Συζητούν μεγαλοφώνως και με θέρμη,  με κάθε λεπτομέρεια για τα πρωινά τους κόπρανα.
Μάλιστα! Την διαδικασία, την μυρωδιά, την υφή, στην ποσότητα, την σκληρότητα, το χρώμα ...Ποιός έκανε τι...πώς... πού... τα απλώνουν ένα γύρω...
Όλοι έχουν κάτι να πουν, κάτι να προσθέσουν που να κάνει ακόμα πιο απτό, πιο ρευστό, πιο βρωμερό  και αληθινό το πασάλειμμα. Νοιώθω όλα αυτά  να πασαλείβονται στα μούτρα μας. Κανείς δεν αντιδρά. Ούτε επιβάτης ούτε ο ελεγκτής.
Βλέπω τα πρόσωπά τους. Απλά, νεανικά και άγουρα. Χωριατόπαιδα,  πρόσωπα οικεία σε πανηγύρια και σε γάμους, πρόσωπα εθισμένα στους μικρομεγαλισμούς της κρητικής υπαίθρου.
Δεν πρόκειται για αμφισβήτηση του αστικού και χωριάτικου καθωσπρεπισμού. Δεν αμφισβητούν τίποτα από το παραδεδομένο μοντέλο, αντίθετα το αναπαράγουν θλιβερά σε κάθε ευκαιρία και βιάζονται να ενταχθούν κακήν κακώς σ' αυτό.
Νοιώθω να ηδονίζονται από την έξαψη των περιγραφών.... χαχανίζουν και αλληλο-ενθαρρύνονται. 

Σκέφτομαι ότι το πρωινό λεωφορείο μας θα μπορούσε να ενταχθεί αυτούσιο σαν σκηνή σε κάποιο θέατρο του παραλόγου, ίσως κάποιος προικισμένος θεατρικός σκηνοθέτης θα μπορούσε να στήσει μια "πρωτοποριακή" παράσταση ή ίσως κάποιος ρηξικέλευθος καλλιτέχνης να εμπνεόταν μια έκθεση μοντέρνας τέχνης και να γινόταν διάσημος.
Δεν με σοκάρουν οι λέξεις. Δεν πιστεύω ότι οι λέξεις σαν τέτοιες, χωρίζονται σε ανήθικες και ηθικές, σε καλές και κακές, σε πρέπουσες και απαγορευμένες.
Ούτε θέλω να σταθώ στην λεκτική πενία και την πολιτιστική απίσχναση των νέων σήμερα.
Δεν μ' ενδιαφέρει να ηθικολογήσω ή να καταδικάσω τη νέα γενιά. 
Παρ' όλα αυτά, καθώς βρέθηκα μέσα σ' αυτό το σκηνικό, ένιωθα  ένα πολιτισμικό σοκ. Δεν μπορούσα να βρω κανένα νόημα στην συζήτηση.
Το σοκ που ένιωθα προερχόταν από το ότι δεν μπορούσα να καταλάβω για ποιό λόγο στήνεται όλη αυτή η πρωϊνή παράσταση μέσα στο ανύποπτο λεωφορείο, με όλους εμάς ως ακούσιους θεατές και ακροατές της.


Ωστόσο η ώρα περνούσε και κάποτε φθάσαμε στην πόλη. 
Τα παιδιά σηκώθηκαν όλα μαζί να κατέβουν στην προγραμματισμένη στάση. 
Η θορυβώδης παρέα σε λίγο θα μοιραζόταν σε αίθουσες διδασκαλίας ντοπαρισμένη ήδη. 
Ντοπαρισμένη από τι; 
Η στάση του ελεγκτή με βοήθησε να καταλάβω. 
Ο ελεγκτής παρών σε όλη την διάρκεια της διαδρομής, δεν αντέδρασε ούτε κατ' ελάχιστο ούτε προσπάθησε να συνετίσει με κάποιον τρόπο τους νεαρούς, προκειμένου να διαφυλάξει, εκ της θέσεώς του, μια κάποια κοσμιότητα και ευπρέπεια. 
Αντίθετα, στάθηκε στην έξοδο, μπροστά στα σκαλοπάτια και σα να κατευόδωσε με μια σχεδόν υπερηφάνεια τους νεαρούς, αποδίδοντας προφανώς την τραχύτητα των λόγων και της παρουσίας τους στο νεανικό της ηλικίας τους : "παιδιά είναι..." ή "πλάκα κάνουν...."
Εξάλλου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, σε τούτα τα μέρη.
Η απρόβλεπτη σύμπνοια των δύο αντίθετων μεταξύ τους  θέσεων : μεσήλικας ελεγκτής - έφηβοι νεαροί, με οδήγησε να καταλάβω τον λόγο... Επρόκειτο για ένα παιχνίδι εξουσίας.
Κι αυτό το ήξερε ενδόμυχα ο ελεγκτής, καθώς και ο ίδιος ηδονίζεται να δρέπει τους ισχνούς καρπούς της δικής του εξουσίας στην "λεωφορειακή" του επικράτεια.
Τα παιδιά βρίσκονται στον "σωστό δρόμο". Κανείς δεν ενοχλείται. Ο ελεγκτής το ξέρει. Ο επιβάτης το ξέρει....Όλα φαίνονται τόσο φυσιολογικά και λογικά να συμβαίνουν.... Κάποιοι να μας χρησιμοποιούν για να αυτοεπιβεβαιώνονται, κάποιοι να είναι οι κάτοχοι και χρήστες της δύναμης και μεις οι άπραγοι και αδύναμοι αποδέκτες της άσκησης της βίας της. Σχεδόν νεκρωμένοι στην σκέψη και στις αισθήσεις μας, δεν μας προσβάλλει τίποτα πλέον.

Οι νεαροί θα πήγαιναν στο σχολείο τους, στα μαθήματά τους, έχοντας ήδη εξασφαλίσει μια επιβεβαιώση της ικανότητάς τους να κυριαρχούν επί του άλλου, ξεπερνώντας, ευτελίζοντας και συνθλίβοντας τα όρια της ανθρώπινης υπόστασής του, σα να λέμε "ετοιμοπόλεμοι". Το πρωινό τους "ντόπινγκ".
Οι "άλλοι" ήμασταν όλοι εμείς.
Οι άλλοι είναι οι καθηγητές τους, το σχολείο, η κοινωνία ολόκληρη, όλοι εμείς που κάνουμε με διάφορους τρόπους τα ίδια.... 
Οι σκατένιοι τρόποι τους είναι οι τρόποι του εξουσιάζειν κι αυτό το έχουν διδαχθεί πολύ καλά ήδη από τα πιο τρυφερά τους χρόνια. Είναι τρόποι μαθημένοι και ενσωματωμένοι στην ύπαρξή τους και σαν τέτοιοι θα μεταξελιχθούν ως οι "τρόποι" τους για να βλέπουν και σχετίζονται με τον κόσμο.
Για τα παιδιά αυτά δεν υπάρχει άλλος τρόπος και εάν υπάρχει δεν πρόκειται ποτέ να τον συναντήσουν. Θα μείνουν βουτηγμένα στα σκατά : να εξουσιάζουν και να εξουσιάζονται, να πασαλείβουν και να πασαλείβονται....

Τι σημασία έχει που ήταν ακόμα πρωί; Tι σημασία έχει που το πρωί οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε "καλημέρα". Τι σημασία έχει που είναι μόνο 17 χρόνων.... Έτσι κι αλλιώς όλος ο κόσμος μοιάζει σαν ένα απέραντο αφοδευτήριο....
HAVE A NICE DAY.....












Σχόλια

  1. Eλένη
    έγραψες αυτά που πολλοί από μάς θα θέλαμε να εκφράσουμε με απελπισία, αλλά δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να το κάνουμε. Ρωτώ λοιπόν και γώ, από παρόμοια σκηνικά αλαλιασμένη: Με αυτού του είδους μαθητές που προφανώς δημιουργούνται από τέτοιου είδους κοπρόφιλους (και όχι μόνον) ενήλικες γονείς,θείους, συγγενείς, φίλους, τι ελπίδα έχει ο πάλαι ποτέ ένδοξος τόπος μας να σωθεί; Προσωπικά σηκώνω τα χέρια ψηλά. Φως δε βλέπω " στην άκρη του τούνελου" που είπε και ο πολιτικάντης Ανδρέας κάποτε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος13/10/14, 8:39 μ.μ.

    Να πώ την αλήθεια, διαβάζωντας το κείμενο, στην αρχή κάπως με σόκαρε. Στη συνέχεια προσπάθησα να εμβαθύνω επί της ουσίας του θέματος καθώς και στους λόγους που γράφτηκε.

    Πολλοί από μας, ταλαντούχοι, σύγχρονοι και παλαιότεροι, φέρουν ευθύνη γιά το τρομακτικό κατρακύλισμα της κοινωνίας. Εκτός από τους γονείς αυτών των παιδιών, είναι και αυτοί ηθικοί αυτουργοί της συγχρόνου αυτής τραγωδίας.

    Όσο τα τάλαντα περισσότερα, τόσο και τα καθήκοντα επιτακτικώτερα και οι ευθύνες μαγαλύτερες.

    Οποιαδήποτε θέσι και αν κετέχει ο άνθρωπος στην κοινωνία, και οποιοδήποτε προτέρημα και αν διακρίνει στον εαυτό του, τον μεταβάλλει σε μία χορδή στο κοινωνικό όργανο, που άν μείνει βουβή ή παράφωνη, καταστρέφει την αρμονία και αποβαίνει πηγή κοινωνικής ακαταστασίας.

    Αυτό που εναρμονίζει την ύπαρξή μας και ως εκ τούτου συμβάλει στη τάξη της κοινωνίας, είναι η εξουσία επί του εαυτού μας μέσω της Αγάπης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @Ανώνυμο
    Δεν μιλώ για κοσμιότητα ούτε για αρμονία, ούτε για ευπρέπεια. Ούτε με ενδιαφέρει η ηθική τάξη.
    Για το σκατένιο πρόσωπο της εξουσίας μιλάω.
    Αυτό, ΑΣ ΛΗΞΕΙ που λέει ο Μανόλης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος14/10/14, 9:41 π.μ.

    Εγώ πάλι,γιατί σε αυτό το περιστατικό βλέπω μία,έστω εκχυδαϊσμένη,κυνική(με την έννοια της φιλοσοφικής σχολής)θεώρηση της κοινωνίας που παρέδωσαν οι προηγούμενες γενιές;Με άλλα λόγια κόπρανα μας παραδώσατε,ε γι'αυτά θα μιλήσουμε.
    παπα-Κώστας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @παπα Κώστα,
    Είμαι σίγουρη πως κατάλαβες ότι δεν γενικεύω επικρίνοντας τους νέους ή τους παλιούς...
    Αυτό που μ' ενδιαφέρει σε παρόμοιες καταστάσεις και περιστατικά να δείξω (όπως εγώ το καταλαβαίνω)είναι πώς το γενικό, το απρόσωπο, αυτό που σαν ιδέα πλανιέται και που όλοι μπορούμε με ευκολία να μιλάμε σε ένα επίπεδο διανοητικό γι' αυτό, πώς έρχεται και γίνεται ανεπαίσθητα, δίχως να το καταλάβουμε η πραγματικότητά μας.

    Πώς δηλαδή αυτά τα τρομερά για τα οποία όλοι μιλάμε (αποξένωση, βαρβαρισμός, αλλοτρίωση, βία κλπ) δεν είναι κάπου εκεί έξω σαν αφηρημένες οντότητες αλλά υπάρχουν δίπλα μας στις πιο ανύποπτες στιγμές μας και μάλιστα επενδυμένα με "λογικές" εξηγήσεις.

    Αυτή ήταν η πρόθεσή μου.
    Σ' ευχαριστώ για το σχόλιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος28/10/14, 7:20 π.μ.

    Ελενίτσα, ξέρεις τι θα σου πουν ούλοι αυτοί οι κοπρόνυμοι που γραφεις παραπάνω? Ελα και συ τωρα μωρή...συγχωνεύσεις γινόμαστε και πασαληβωμα για ούλους. Δυστυχώς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

_Mπέρτολτ. Μπρεχτ: η Εβραία

Η "Εβραία" είναι ο τελευταίος μονόλογος από το σπονδυλωτό έργο του Bertolt Brecht "τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ. Το έργο αυτό του Μπρεχτ αποτελείται απο 24 σκηνές-μονόπρακτα, που έγραψε ο Μπρεχτ εξόριστος μεταξύ 1935 και 1939 και περιγράφουν την τρομοκρατία και την άγρια φύση του ναζιστικού καθεστώτος. Η ελληνική μετάφραση αυτού του έργου του Brecht είναι του Μάριου Πλωρίτη και κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Μωραίτης. Στο κείμενο αποτυπώνεται η εσωτερική ένταση του ατόμου που παίρνει μια απόφαση ενώ βρίσκεται στο χείλος της απελπισίας. Μέσα από την ανάγνωση του έργου στρέφουμε την προσοχή στα εκατοντάδες πρόσωπα της καθημερινότητας, τα οποία, δίνοντας έναν οριακό αγώνα επιβίωσης, αναδύονται ως σύγχρονοι/ες ήρωες και ηρωίδες του Brecht . Το ηχητικό ντοκουμέντο που δημοσιεύουμε παρακάτω είναι από την παράσταση που ανέβηκε το 1978 μαζί με άλλα πέντε μονόπρακτα διαφόρων άλλων συγγραφέων, από το Θίασο Λαμπέτη. Αν και το συγκεκριμένο ντοκουμέντο έχει ανέβ

_Κ.Π. Καβάφης : πρόσθεσις

Aν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω. Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω — που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ) που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί απ’ τες πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί. (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) Σχόλιο :  Δεν θέλω να κάνω ανάλυση... ένα σχόλιο μόνο.. Υπήρξαν και υπάρχουν -ευτυχώς- πολύ αξιότεροι εμού αναλυτές, που έσκυψαν με γνώση και συγκίνηση πάνω στο έργο που μας άφησε ο μεγάλος Αλεξανδρινός. Πριν, όμως, μπω στα ενδότερα, λέω να κάτσω λίγο απ' έξω, να θαυμάσω το οικοδόμημα. Γενικά, καλό είναι να το κάνουμε αυτό. Μια πρώτη καταγραφή, μια εξωτερική εποπτεία, καθώς η μορφή περι-γράφει το περιεχόμενο και το περιεχόμενο χύνεται μέσα στη μορφή του, μας είναι πάντα χρήσιμη για να συνδεθούμε και να μείνουμε εντός του ποιήματος. Ας είναι... διάφορες σκέψεις...ή οδοί για την σκέψη, γενικώς... Αυτό λοιπόν το ποίημα του Κ.Π.Καβά

_ Γ. Σεφέρη, "κράτησα τη ζωή μου" : σπάραγμα μιάς ανάγνωσης

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ' ασφοδίλια το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου χρυσά' τ' άστρα του Κύκνου κι' εκείνο τ' άστρο ό Αλδεβαράν. Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς, καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει. Κράτησα τη ζωή μου˙ στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή. Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της. Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές˙ o χιονισμένος κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν μήτε o καιρός κλειστός