ἥλιος κυκλοδίωκτος, ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε καὶ μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον ἀκαταπαύστως.
(Ωδή τρίτη, Εις Θάνατον, ...Ανδρέας Κάλβος)

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

Αλεξάντρ Σολζενίτσιν : για την ιδεολογία



Ο Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν (11 Δεκεμβρίου 1918 – 3 Αυγούστου 2008) ήταν Ρώσος μυθιστοριογράφος, ιστορικός και διηγηματογράφος.

Είναι γνωστός κυρίως για τα ημιαυτοβιογραφικά έργα του Μια μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς και Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ, όπου περιέγραφε τη ζωή στα σταλινικά ειδικά στρατόπεδα εργασίας. Τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970.




[...] Αυτοί οι κακούργοι ξέρουν πολύ καλά πως είναι κακούργοι και πως έχουν μαύρη ψυχή. Και να πώς συλλογίζονται: δεν μπορώ να ζήσω, αν δεν κάνω κακό. Θα βάλω τον πατέρα να φαγωθεί με τον αδελφό μου! Για να μεθύσω με τα μαρτύρια του θύματός μου! 
Ο Ιάγος καταλαβαίνει πολύ καλά τους σκοπούς και τις παρορμήσεις του, καταλαβαίνει πως είναι μαύρες, γεννημένες από το μίσος του. 

Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ
κυκλοφορεί στα ελληνικά
 από εκδ. Πάπυρος,
Δεκ. 2011,
μετ. Σίνου Κύρα
Όχι, αυτό δεν γίνεται στην πραγματικότητα. Για να κάνει το κακό ο άνθρωπος, πρέπει να το συνειδητοποιήσει πρώτα σαν καλό ή σαν μια λογική, νομοτελειακή ενέργεια Τέτοια είναι, ευτυχώς, η φύση του ανθρώπου, και γι αυτό προσπαθεί πάντα να δικαιώσει τις πράξεις του. 

Οι δικαιολογίες του Μάκβεθ ήταν αδύναμες και τον συνέτριψε η συνείδησή του. Αλλά ο Ιάγος δεν ήταν παρά ένα αρνάκι. Η φαντασία και οι ψυχικές δυνάμεις των κακούργων του Σαίξπηρ εξαντλούνταν, όταν έφταναν μπροστά σε καμιά δεκαριά πτώματα. Από αυτούς έλειπε η ιδεολογία

Η ιδεολογία! Αυτή δίνει την απαιτούμενη δικαίωση στο κακούργημα και την απαραίτητη μακρόχρονη σταθερότητα στον κακούργο. Αυτή είναι η κοινωνική θεωρία που κάνει τις πράξεις του να φαίνονται καλές τόσο στα δικά του μάτια όσο και στα μάτια των άλλων, έτσι ώστε  να μην ακούει μομφές και κατάρες, αλλά επαίνους και εγκώμια. Για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους, οι ιεροεξεταστές ισχυρίζονταν ότι αποβλέπουν στην εδραίωση του χριστιανισμού, οι κατακτητές ότι θέλουν να μεγαλώσουν την πατρίδα τους, οι ναζί ότι περιφρουρούν τη φυλή τους και οι Ιακωβίνοι (οι παλαιότεροι και οι νεότεροι) ότι θέλουν να εξασφαλίσουν την ισότητα, την αδελφοσύνη και την ευτυχία των μελλοντικών γενεών. 

Χάρη στην ιδεολογία φόρτωσαν στον εικοστό αιώνα κακουργήματα σε βάρος εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτό δεν είναι δυνατό ούτε να το διαψεύσει κανείς. Πώς τολμούμε λοιπόν να επιμένουμε πως δεν υπάρχουν κακούργοι; Ποιός αφάνισε τότε αυτά τα εκατομμύρια. Χωρίς αυτούς τους κακούργους δεν θα υπήρχε το Αρχιπέλαγος.

Στην περίοδο 1918-1920 κυκλοφορούσε η φήμη πως η Τσεκά της Πετρούπολης και της Οδησσού δεν τουφέκιζε όλους τους θανατοποινίτες, αλλά μερικούς από αυτούς τους έριχνε (ζωντανούς) στα θηρία των ζωολογικών κήπων αυτών των πόλεων. Δεν ξέρω αν αυτό είναι αλήθεια ή ψέμα και αν υπήρχαν μερικές τέτοιες περιπτώσεις και πόσες. Μα ούτε και θα ψάξω για αποδείξεις : τους προτείνω μόνο, εφαρμόζοντας τη μέθοδο που συνηθίζουν τα "γαλάζια σιρίτια" , να αποδείξουν εκείνοι πως αυτό ήταν αδύνατο. Πού θα έβρισκαν όμως στην πείνα εκείνων των χρόνων τροφή για τα θηρία των ζωολογικών κήπων; Θα την αφαιρούσαν από την εργατική τάξη; Αυτοί οι εχθροί έτσι κι αλλιώς έμελλε να πεθάνουν, γιατί λοιπόν να μη συντελούσαν, πεθαίνοντας, στη διατήρηση των ζωολογικών κήπων της Δημοκρατίας, βοηθώντας έτσι την πορεία μας προς το μέλλον; Μήπως αυτό δεν ήταν σκόπιμο; 

Αυτή τη διαχωριστική γραμμή δεν τολμάει να την πατήσει κανένας ήρωας του Σαίξπηρ, ενώ ο κακούργος που έχει ιδεολογία την πατάει και τα μάτια του παραμένουν καθαρά. 

Η φυσική γνωρίζει αρκετά μεγέθη ή φαινόμενα, τα οποία δεν υπάρχουν καθόλου πριν διασχίσουμε κάποιο όριο, που η φύση το ξέρει και το έχει κρυπτογραφημένο. Όσο και να φωτίσεις με κίτρινο φως ένα δείγμα λιθίου, δεν εκπέμπει τα ηλεκτρόνιά του, μόλις όμως ανάψει ένα αδύνατο γαλαζωπό φωτάκι, τα εκπέμπει! Ψυχραίνουμε το οξυγόνο στους εκατό βαθμούς υπό το μηδέν, το πιέζουμε με όση πίεση θέλουμε, αλλά αυτό ανθίσταται, παραμένει αέριο. Μόλις όμως η θερμοκρασία του φτάσει στους εκατόν δέκα οκτώ βαθμούς υπό το μηδέν, μετατρέπεται σε υγρό. 

Όπως φαίνεται υπάρχει και στα κακουργήματα ένα οριακό μέγεθος. Ναι, ο άνθρωπος ταλαντεύεται, παραδέρνει σε όλη του τη ζωή ανάμεσα στο κακό και στο καλό, γλιστράει, γκρεμίζεται, σκαρφαλώνει, μετανιώνει, ξαναγλιστράει, αλλά ώσπου να διασχίσει το όριο του κακουργήματος, έχει ακόμα τη δυνατότητα να επιστρέψει και δεν βγαίνει ακόμα από την περιοχή των ελπίδων μας. Αν όμως με την συχνότητα των αδικημάτων του ή με το μέγεθός τους ή με την απόλυτη εξουσία του, ξεπεράσει ξαφνικά το όριο, τότε παύει πια να είναι άνθρωπος και ίσως ανεπανόρθωτα. 

(απόσπασμα από το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ, σελ. 193-195) 


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

_το τρίξιμο



στη μνήμη της κυρίας Βικτωρίας,
που έφυγε τελικά, χθες, Πέμπτη 13 Ιουνίου, μετά από 93 χρόνια, 
την ώρα που το λεωφορείο των 8.30 μ.μ. ξεκινάει το συνηθισμένο δρομολόγιό του.


Το βράδυ αργά, την ώρα που όλοι έχουν αποσυρθεί στα ιδιαίτερά τους, ακόμα και ο σκύλος στο βάθος της αυλής, στο κατώφλι της πάνω πόρτας που του αρέσει να κοιμάται,  ακούω το κάδρο της να τρίζει...
Φωτογραφία ασπρόμαυρη, μεγενθυμένη και ελαφρώς επιχρωματισμένη από πάνω, τραβηγμένη πριν από 70 χρόνια,  κεφάλι και ώμοι,  εκείνη νέα βεβαίως, με μαύρα μαλλιά σπαστά, κουρεμένα κοντά αστικά, με χωρίστρα στο πλάι και μια αίσθηση αυτοπεποίθησης κι ανωτερότητας, αδικαιολόγητα αισθήματα για αμόρφωτες χωρικές και άγαμες γυναίκες.... πρόσωπο πλατύ κι αριτίδωτο, μέτωπο τετράγωνο, το στόμα μισάνοιχτο σε χαμόγελο μια σειρά κάτασπρα δόντια και μια άλλη ψεύτικα μαργαριταράκια στο λαιμό και ίδια κοντά σκουλαρίκια....  ένα σακάκι  ταγιέρ σκούρου χρώματος, αυστηρό κι αυτό, αντρικό κόψιμο με πέτα σταυρωτά, χωρίς καμία υποψία σχισμής στήθους γυναικείου, δαντέλα ή άλλο χαρακτηριστικό τρεμάμενης γυναικείας φιλαρέσκειας...
Κορνίζα ορθογώνια απλή ξύλινη σκούρα, κρεμασμένη από πάντα εκεί στο μέσα δωμάτιο, το καλό, που σε κάποια ανακαίνιση του παλιού πατρογονικού γκρεμίστηκε ο μεσότοιχος και ενώθηκε με την κουζίνα και έκτοτε σε κείνο τον ενιαίο χώρο γίνονταν όλα όσα την αφορούσαν κι ο κόσμος της μίκρυνε ακόμα περισσότερο από πριν, κρεμασμένη πάνω από το κρεβάτι μου και το κρεβάτι μου απέναντι από το δικό της, έτσι που μπορούσα να βλέπω  και τις δύο ολοκάθαρα, σαν δύο διαφορετικούς ανθρώπους σε δύο διαφορετικές εποχές, και τα βράδια ν' ακούω να χαλαρώνουν οι αρμοί του ορθογώνιου πλαισίου, εκεί που ενώνονταν τα ξύλα, να υποχωρεί το τζάμι όπως η επιφάνεια του νερού και να αναδύεται μέσα από πολλά, συνεχόμενα κι ανεπαίσθητα  κρακ, κρακ που κάνουν τα παλιά πράγματα και τα έπιπλα τις νυχτερινές ώρες, τις ασφαλισμένες από τον ύπνο των ενοίκων του σπιτιού, εκείνη όπως ήταν κάποτε ή όπως, ίσως, αληθινά ήταν πάντα, ν΄αποκτά το σώμα που η φωτογραφία έκοψε και έκρυψε, να δρασκελίζει το κρεβάτι μου, να διασχίζει την ενδιάμεση απόσταση και να πηγαίνει να στέκεται δίπλα στο δικό της, πάνω απ' το κεφάλι της και να κοιτάζει με οίκτο και σιωπή, σιωπή, σιωπή ώρα πολλή, το οστεωμένο σώμα που μόλις ανασηκώνει  τα σκεπάσματα, τα μάγουλα που βουλιάζουν σε ένα σουφρωμένο στόμα, τα μαλλιά κάτασπρα, λιγοστά να πετάνε τριγύρω από το μαξιλάρι και τα μάτια της κλειστά. Κάποιες φορές την άκουσα να της μιλάει στο ύπνο της, δεν κατάλαβα τι έλεγε και κάποια βράδια την είδα να τινάζει το χέρι της, χέρι νεκρού, απότομα σα να θέλει να την διώξει, να την διώξει την άγνωστη του κάδρου, την σκιά την αδυσώπητη, την σιωπηλή που στεκόταν όλη νύχτα πάνω απ' το κεφάλι της, σα να της ζητούσε τον λογαριασμό, να φύγει....
Θα έφευγε, κάποτε αγανακτησμένη σκέφτηκε να φύγει, να μπει στο λεωφορείο κι από κει στο καράβι να πάει στον Πειραιά, άγνωστη να χαθεί στη μεγάλη πόλη, να μπει σε κάποιο σπίτι υπηρέτρια, να γλυτώσει απ' το χωριό και απ' το συζυγικό κρεβάτι.... Έμεινε στο σπίτι αυτό κι έκανε έξι παιδιά, γεροκόμησε τα πεθερικά της, μετά τον άντρα της που ήταν πολύ μεγαλύτερός της κι άρρωστος από βαριά πνευμονία που είχε αρπάξει από το αλβανικό μέτωπο, είχε στο κεφάλι της  και μια ανύπαντρη μεγάλη κουνιάδα, που κάποια φορά μες την απελπισία της, την καταράστηκε να μην κλάψει παιδί στην ποδιά της και πράγματι όταν μετά από μερικά χρόνια παντρεύτηκε, γέννησε δύο κορίτσια δίδυμα που πέθαναν μες τη μέρα δίχως να προλάβει να τα πάρει στην αγκαλιά της... κι ήταν αυτή η κατάρα, έλεγε, ειπωμένη βαθιά σα πελέκυ, το μεγάλο της κρίμα, είχε και το χωριό του άντρα της και το χωριό του πατέρα της... έμεινε στο σπίτι της, στην αυλή της, στο ενιαίο δωμάτιο που ήταν και κουζίνα κι ο κόσμος της όλος...
Κι άλλα έλεγε... Έως που, καθώς περνούσαν οι μέρες κι οι χειμώνες,  το δωμάτιο χάθηκε κι ο κόσμος και τα ονόματα ανθρώπων και πραγμάτων κι  έπαψε πια να λέει κι έμειναν σιωπηλές.
Κι έμεινε μόνο το τρίξιμο του κάδρου που άκουγα τα βράδια.

Το τρίξιμο ήταν ο ήχος της, ο μόνος αυθεντικός... ούτε γέλιο ούτε κλάμα ούτε κραυγή ηδονής ούτε πάταγος.

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

_σχόλιο υπ'αριθμ. (1 ) από ένα ταξίδι μου στην Πολωνία ή τι δεν βλέπει ο τουρίστας κύκλωπας



Ενώ όπου υπήρχαν μηχανές τα πράγματα και οι άνθρωποι δούλευαν ρολόι, δηλ. δεν υπήρχαν ουρές, τα κυπελάκια του καφέ γέμιζαν αυτόματα, οι μπάρες άνοιγαν και έκλειναν χωρίς καμία προσπάθεια, οι πόρτες ξεκλείδωναν χωρίς κλειδιά και τόσα άλλα που γίνονταν αυτομάτως, δηλ. με ένα μαγικό τρόπο που έκανε αθέατο τον πραγματικό τρόπο της λειτουργίας των πραγμάτων και των ανθρώπων, έναν τρόπο αντικειμενοποιημένο  που θα τον έλεγα ουσιωδώς πρωτόγονο όσο κι αν θέλει να εμφανίζεται ως η τελευταία λέξη της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή,

Αντιθέτως εκεί που δεν υπήρχαν μηχανές και έπρεπε ο έλεγχος ή η εξυπηρέτηση (αλλά κυρίως ο έλεγχος) να γίνει από ανθρώπους, σχηματίζονταν ουρές, μωρά έκλαιγαν στις αίθουσες αναμονής των αεροδρομίων, παχύσαρκοι ίδρωναν, άνθρωποι αγωνίζονταν να εξηγήσουν την απειρότητα των αναγκών και των επιθυμιών τους και να συνεννοηθούν στην πολλαπλότητα των γλωσσών και των συμβολισμών τους, εκεί  υπήρχε  ένα διάχυτο "πασχίζειν", ένα "πασχίζειν" που σήμαινε καθυστερήσεις στις ταχύτητες, αναβολές των προόδων, ματαιώσεις των απολαύσεων.
Σήμαινε έναν κόσμο ανθρώπινο και συνάμα αντικειμενικό στην δοκιμασία της συνάντησής τους, δηλ. στην ηθική του διάσταση.

Το πραγματικό, είναι το χαμένο ταξίδι, σε ένα κόσμο που ενώ oι άνθρωποι  ταξιδεύουν πολύ περισσότερο από παλιότερες εποχές, στην πραγματικότητα δεν ταξιδεύουν καθόλου, αλλά δεν το γνωρίζουν γιατί κατά βάθος παραμένουν κύκλωπες και το γένος των Κυκλώπων, ως γνωστό από την αρχαιότητα, δεν ταξίδευε. 

Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

_πραγματικότητες

Όχι πάνω
Αλλά κάτω απ'αυτήν την πραγματικότητα
Υπάρχει τυπωμένη με την αρχαία τεχνική της εγκαυστικής και των αχνών
Μια άλλη.
Όχι καλύτερη ή χειρότερη
Απλώς άλλη αχνότερη.
Κι οι δυο είναι πραγματικές πραγματικότητες.
Το πρόβλημα για μας που είμαστε άνθρωποι είναι ότι κοιτάμε ψηλά ψάχνοντας μια τρίτη.


Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

_διαφημιστική αποδομητική: τι άλλο να ζητήσει κανείς;





Με δύο διαφημίσεις θα ασχοληθούμε σήμερα, αγαπητοί αναγνώστες. Στην πραγματικότητα, όπως θα διαπιστώσετε όσοι κάνετε τον κόπο να δείτε τα βίντεο που παραθέτω, πρόκειται για δύο παραλλαγές της μιας και αυτής διαφήμισης της Τράπεζας Πειραιώς. 

Η εμμονή μου με τις διαφημίσεις πηγάζει από την εδραία πλέον πεποίθησή μου ότι οι διαφημίσεις επιβεβαιώνουν, καθημερινά και αδιάκοπτα, σε όλους τους χώρους και με όλους τους τρόπους, την πραγματοποιηθείσα υφαρπαγή και Ήττα. 
 Μ' αυτό εννοώ την ήττα κάθε απελευθερωτικού κοινωνικού προτάγματος όπως αυτά διατυπώθηκαν από τον 19ο και τον 20ο αιώνα, με τελευταίο σκίρτημα τον Μάη του 68, 
Εννοώ επίσης την ήττα  του ορθολογικού και αυτονομικού προγράμματος του δυτικού Διαφωτισμού από τον 15ο αιώνα, 
Εννοώ, τέλος, την ήττα  του ανθρώπου να υπάρχει σε κάθε επίπεδο - ιδιωτικό ή δημόσιο, λεκτικό ή πρακτικό, φαντασιακό ή πραγματικό, πολιτικό ή κοινωνικό- ως αυτοδημιούργητο ον στην συνάφεια και την συνεργία του με τον Κόσμο, την Κοινωνία, την Ιστορία και τα έσχατα Ερωτήματα. 

 Η διαφήμιση με τον ακατάπαυστο λόγο και την ψυχολογικά διαπεραστική εικόνα που παράγει,  έχει κατακτήσει το δικαίωμα να μας δείχνει τον δρόμο για την αυτοκατανόησή μας, για την κατανόηση του κόσμου, να μας πληροφορεί  για τις αξίες του βίου, να προτείνει λύσεις σε προβλήματα της καθημερινότητας και των σχέσεων και να μας εισαγάγει γλυκά γλυκά και χαρωπά στη σιδερένια  κοινωνική συμμόρφωση, ακόμα κι όταν την αρνείται ή την καταγγέλλει. 
Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

 Εμείς οι ίδιοι μπορούμε πλέον να υπάρχουμε μόνο στο βαθμό που σωματοποιούμε τους καταιγιστικούς και συνεχώς ανανεώμενους διαφημιστικούς τρόπους, όχι τόσο υποτασσόμενοι αγοράζοντας το εκάστοτε διαφημιζόμενο προϊόν, όσο διδασκόμενοι την ενσωματωμένη εξαπάτησή της. 
Έτσι που εμείς οι ίδιοι να παρουσιαζόμαστε ως διαφήμιση και να γινόμαστε τίποτα περισσότερο παρά μια διαφήμιση. Δείτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την κυριαρχία της ατάκας και της σκηνοθετικής επιμέλειας, καθαρά διαφημιστικά χαρακτηριστικά που διατρέχουν απ'άκρο σ' άκρο όχι μόνο την ιδιωτική συνομιλία αλλά και την πολιτική παρέμβαση.  
Η διαφήμιση έχει αλώσει την φαντασία μας....Η φαντασία στην διαφήμιση ... και κανένα σύνθημα δεν μπορεί να υπάρξει πλέον.
Το υπάρχειν στον κόσμο μπορεί να είναι πλέον μόνο διαφημιστικό. Ακόμα κι ένας πόλεμος ή μια καταστροφή που δεν διαφημίζεται, μπορεί να θεωρείται μη υπαρκτό γεγονός. 
Εάν αυτά είναι αληθινά, εάν έτσι συμβαίνει, τότε το να "διαβάζουμε" τις διαφημίσεις, μπορεί να  μας δώσει μια καλή ιδέα για την σύσταση της ήττας και της υφαρπαγής, γιατί οι διαφημίσεις είναι  τα σημεία και η "γραφή" της.

Με αυτές τις γενικές σκέψεις, έρχομαι να εξετάσω τις δύο διαφημίσεις. 
Οι τύποι που πρωταγωνιστούν και στις δύο ενσαρκώνουν έναν μέσο όρο ανθρώπου, που ανεξάρτητα εάν υπάρχει ή όχι, το ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι ότι ο διαφημιστής και ο διαφημιζόμενος, σε αυτόν τον τύπο ανθρώπου απευθύνονται, αυτόν βλέπουν απέναντί τους.
Ποιόν  τύπο  ανθρώπου βλέπουν;
Τον ήδη διαπαιδαγωγημένο από την διαφήμιση, τον  δαμασμένο άνθρωπο!
Η γνώση των επιθυμιών και των δύο (άντρας - κοπέλα) θεωρείται δεδομένη. Η Φωνή γνωρίζει καλά με έναν τρόπο υπερβατικό, θα έλεγα θεϊκό, τους ενδόμυχους πόθους τους, τι θα ήθελαν, ποιά είναι η φαντασίωσή τους. 
Και  γνωρίζει την φαντασίωσή τους διότι είναι η απομακρυσμένη Φωνή της ίδιας της διαφήμισης, που σε προγενέστερο χρόνο έχει ενσταλάξει την συγκεκριμένη ή πολλές άλλες συγκεκριμένες φαντασιώσεις.  Γνωρίζοντας τις φαντασιώσεις τους η Φωνή παρότι είναι απομακρυσμένη και απρόσωπη γίνεται κατά παράδοξο τρόπο οικεία. Ο τόνος της είναι ελαφρά ειρωνικός και η λογική της συνεπαγωγική (επειδή έκανες αυτό συνέβη εκείνο...),  δηλωτικό του πατερναλισμού και δεδομένης της καταναλωτικής ηλιθιότητας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον  έχουν οι δύο τύποι - πρωταγωνιστές. Πρόκειται για τους γνωστούς - αγνώστους ανθρώπους της "διπλανής πόρτας" : 
Ένας ήσυχος και χαμηλών τόνων υπάλληλος, σύζυγος, πειθαρχημένος και επιπεδωμένος μέσα στους κοινωνικούς καταναγκασμούς που ζει (βλ. εικόνα κουζίνας) αλλά που όμως ονειρεύεται να ξεσαλώσει και να κυλιστεί στον "βούρκο" του ντοματοπολτού. 
Και μια απλή καθημερινή κοπέλα (βλ. εικόνα σε  μπαλκόνι κάποιας αθηναϊκής πολυκατοικίας), υγιεινίστρια, που διαλογίζεται κάνοντας γιόγκα και ακούγοντας χαλαρωτική μουσική (meditation music), κι όλα αυτά τα μοδάτα εναλλακτικά, αλλά αυτό που βαθύτερα επιθυμεί είναι να ζήσει το bollywood παραμύθι της ματαιοδοξίας της ως Ινδή πριγκίπισσα. Το πρόβλημα δεν είναι, ασφαλώς, το ότι οι άνθρωποι έχουν φαντασιώσεις. Πάντα είχαν. 
Το πρόβλημα είναι η εισχώρηση στις φαντασιώσεις και η μετατροπή τους σε είδος  happening, το οποίο μπορεί να γίνει εμπορεύσιμο ενώ ταυτόχρονα η πραγματικότητα της ζωής των ατόμων μπορεί να παραμένει στα αυστηρά καθορισμένα πλαίσια από τα οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Κι αυτό είναι το πραγματικό γεγονός.

Τα περιεχόμενα τώρα των φαντασιώσεων τους είναι τυχαία, θα μπορούσε δηλαδή να είναι κάποια άλλα, πλην όμως δεν είναι τυχαίο το αξιακό τους αντίβαρο. Οι αξίες που υπονοούνται, που υποστηρίζονται  και απενεχοποιούνται είναι : ο ηδονισμός στην μια περίπτωση και ο ναρκισσισμός στην άλλη. Ο άνδρας πρωταγωνιστής βλέπει τον εαυτό του βουτηγμένο σε μια ξέφερνη, ζωώδη κατάσταση όπου  πράγματα αδιανόητα στην πραγματική ζωή γίνονται επιτρεπτά, ενώ αντίστοιχα η γυναίκα βλέπει τον εαυτό της σε μια ονειρώδη εκλέπτυνση φτιαγμένη από τούλια και αρώματα. Οι άλλοι είτε συμμετέχουν στο τσαλαβούτημα δίνοντας ένταση και κραυγή είτε είναι οι θεατές που χειροκροτούν την παράσταση των γενεθλίων. Τα παραδείγματα είναι τόσο ακραία αντιθετικά, ο ένας χαμηλώνει την αυτοεικόνα του, η άλλη την εξυψώνει, που όμως φτάνει να γίνονται συμπληρωματικά το ένα του άλλου : και τα δύο υπογραμμίζουν και ανανεώνουν την στοιχειώδη-δομική έλλειψη, πάνω στην οποία βασίζεται όλη η κατανάλωση, δηλ. την έλλειψη πραγματικών και αναγκαίων ικανοποιήσεων ευτυχίας.
Ο καπιταλιστικός παράδεισος για τους "πολλούς" (τι μοδάτη έκφραση κι αυτή!) αυτές τις "ικανοποιήσεις ευτυχίας" μπορεί να παράγει μέσα στην δομική του αντιφατικότητα 
Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Το πράγμα όμως δεν σταματάει εδώ.
Είναι γνωστό ότι η αστική εποχή θεμελιώθηκε πάνω στην διακήρυξη της ισότητας. Η διακήρυξη της ισότητας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη νέα εποχή και απευθυνόταν στο σύστημα της φεουδαρχικής πατρωνίας και του ιερατικού δεσποτισμού που κατέρρεε. Οι νεο-αστοί (έμποροι, βιοτέχνες, βιομήχανοι, εφοπλιστές κλπ) θεμελίωσαν την ισότητά τους πάνω στην ίση και κοινή δυνατότητα να λογιστικοποιούν οι ίδιοι, χωρίς μεσολαβήσεις τα κέρδη και τις ζημίες από τις δραστηριότητές τους. Η νέα πραγματικότητα τους πείθει ότι μπορούν να θέτουν οι ίδιοι στόχους και να βρίσκουν τον πιο προσοδοφόρο τρόπο για να πραγματοποιούν τα συμφέροντά τους, μεταχειριζόμενοι άλλοτε την σκληρή εργασία και άλλοτε την κατάκτηση. 
Πάντως η υπολογιστική διάνοια θεωρήθηκε ως το κοινό επίπεδο εγκόσμιας και οριζόντιας ισοτιμίας στα πλαίσια μιας πλήρως εμπορευματοποιημένης κοινωνίας  που ερχόταν με γοργό βηματισμό για να συμπεριλάβει όχι μόνο τους δραστήριους αστούς αλλά και τους εξαρτημένους εργάτες και εν τέλει όλο χειραφετητικό - διεκδικητικό πρόταγμα της νεωτερικότητας. 

Αυτή η εποχή έχει τελειώσει. 
Η αστική αντίληψη, όπως την περιέγραψα παραπάνω, έδινε στα άτομα μια αίσθηση αυτοκυριαρχίας, σταθερότητας και ελέγχου της πραγματικότητας και τα εφοδίαζε σε ψυχικό επίπεδο με το απαραίτητο αγωνιστικό σθένος για να καθοδηγήσουν τα σχέδια της ζωής τους, τα οποία κατά κανόνα αν και ατομικιστικά, ήταν μακρόπνοα.  Πάνω σ' αυτήν την αντίληψη στηρίχθηκε και διαχύθηκε ο μύθος της προόδου, τον οποίο ενστερνίστηκαν  ακόμα κι αυτοί που κατήγγειλαν την αστική τάξη. 
Σήμερα, το αίσθημα που υπάρχει διάχυτο είναι της αδυναμίας ελέγχου ακόμα και στο βασικότερο επίπεδο της οικογενειακής οικονομίας. Η αδυνατότητα να σχεδιάσει κανείς ένα μέλλον και να δεσμευτεί σ' αυτό. Τα άτομα πρέπει να είναι σε μια διαρκή νευρωτική ετοιμότητα καθώς βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα οικονομικό σύστημα ιδιαίτερα περίπλοκο και ασταθές, απρόσιτο όπως ήταν κάποτε η φεουδαρχική εξουσία, που λειτουργεί με δυσνόητους και αλγοριθμικούς όρους σε τέτοιο βαθμό που κάθε προσπάθεια υπολογισμού, ήτοι ελέγχου της πραγματικότητας να γίνεται αδύνατη από τον μέσο άνθρωπο. Με δεδομένη αυτή την πραγματικότητα τα άτομα ωθούνται να αναγνωρίσουν την καταστατική πλέον αδυναμία τους να ελέγξουν το οτιδήποτε. Έρχεται τότε το σύστημα που γέννησε αυτή την αδυναμία μέσα από την μεγέθνυσή του, να την υποστηρίξει μέσα από την τεχνογνωσία που διαθέτει, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση ελέγχου.  
Η διαφήμιση το λέει καθαρά: σε βοηθάμε να οργανώσεις τα οικονομικά σου. "Απλά κι οργανωμένα". Μήπως αυτό δεν έκαναν  και οι "θεσμοί" στη χώρα μας; Δεν αρκεί όμως μόνο τα κράτη να εκχωρούν τον έλεγχο της οικονομίας τους και της παραγωγής τους στα απρόσωπα οικονομικά συστήματα της παγκοσμιοποιημένης τερατωδίας. Πρέπει αυτή η παραδοχή και η υποταγή να διαχυθεί προς τα κάτω, να γίνει συνείδηση του μέσου ανθρώπου. 
Τα άτομα  πρέπει να συμφωνήσουν κι έτσι να νομιμοποιήσουν αυτή τη νέα εποχή:  ότι μπορούν μόνο να εργάζονται (όσοι εργάζονται νιώθουν τυχεροί), να φαντασιώνονται και το σύστημα σε ανταμοιβή θα τους επιτρέπει να συμμετέχουν στα happening της πιο εξωφρενικής, καταναλωτικής, ηδονιστικής, ματαιόδοξης πλην όμως νόμιμης φαντασίωσής τους. 

Τι άλλο να ζητήσει κανείς; 

  



Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

_το κουλούρι

Κάθε μεσημέρι έφερνε ένα κιλό ψωμί, αγορασμένο από τον ίδιο φούρνο,  που συναντούσε στον δρόμο γυρνώντας από την δουλειά στο σπίτι. Άφηνε το ψωμί στον πάγκο της κουζίνας  μαζί ένα μισόλογο, αποφεύγοντας να με κοιτάξει και  μόνο επειδή ήξερα ήδη τι έλεγε το καταλάβαινα, ένα πνιγμένο, κενό "τι έγινε;" που δεν περίμενε καμία απάντηση. Τις λίγες φορές που κάτι γινότανε, θα ήταν κάποιος λογαριασμός που ήρθε ή κάποιο φάρμακο που τελείωσε, αυτά όμως είναι από τα πράγματα που στην πραγματικότητα δεν γίνονται. Έτσι δεν είναι;
Και κάθε Παρασκευή, ανάμεσα στις 1.30 και 2.00 το μεσημέρι, τηλεφωνούσε για την λίστα με τα ψώνια της εβδομάδας. Αγόραζε ακριβώς τα είδη και τις ποσότητες που του έλεγα. Ποτέ δεν έφερνε καμία αντίρρηση, ποτέ δεν σχολίαζε τούτο ή το άλλο, ούτε πρόσθετε ούτε αφαιρούσε ποτέ τίποτα. Η λίστα ήταν σχεδόν ίδια, επαναλαμβανόταν με μικρές παραλλαγές και ανανεώσεις των υλικών που είχαν τελειώσει μεσ' την βδομάδα. Έφερνε τα ψώνια κάθε Παρασκευή και τα άφηνε μαζί με το ίδιο πνιχτό , κενό "τι έγινε;" που δεν περίμενε καμία απάντηση.
Είχα συνηθίσει αυτή την τυπικότητα που πρέπει να πω ότι με προβλημάτισε αρκετά, αλλά με τον καιρό κατέληξα ότι ήταν η απαραίτητη τυπικότητα που δεν άφηνε να εμφανιστεί καμία διαμάχη, καμία αμφισημία. Κυρίως που δεν άφηνε χώρο για να υπονοηθεί κάποια επιθυμία. Να, εκεί στον φούρνο, για παράδειγμα, να νιώσει μια επιθυμία για ένα κουλούρι, που να τον θέλξει με την στρογγυλότητα, με την μυρωδιά  και το σουσάμι του... Να το θελήσει σαν το πλεόνασμα, το αχρείαστο που ασφαλώς μπορείς να κάνεις και χωρίς αυτό, αλλά είναι αυτή η άνευ λόγου σπατάλη πραγμάτων και λόγων που κάνουμε γιατί δίχως αυτήν δεν μπορούμε να ζήσουμε .
Τότε ίσως αυτό το πνιχτό και κενό "τι έγινε;" να φωτιζόταν και να γέμιζε : ένα κουλούρι έγινε...



Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

_χάνω

Έμαθα να χάνω
και σ' αυτή τη μάθηση
δεν υποδηλώνεται τίποτα θετικό.
Μπορώ επομένως να πω
μόνο
Χάνω.