Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

_Αλέξιος ντε λα Βέγα: Οι ψαράδες πριν βγουν για πυροφάνι


Στους αναληφθέντες ποιητές
(Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Αλέξη Τραϊανό, Κώστα Καρυωτάκη)
(Το μπαούλο μυρίζει υγραέριο και πτώση. Επεξεργάζομαι το περιεχόμενο.
Ένα περίστροφο, μια σκουριασμένη εξάτμιση, ληγμένα χάπια,
πικραμύγδαλα, θραύσματα από ασπίδες πελταστών,
σπασμένα ακόντια, τα ιδρωμένα ρούχα της νύχτας.
Στον πάτο χαρτιά εμποτισμένα με βενζίνη και αμερικάνικα σπίρτα διάσπαρτα.
Σκοτάδι και ένα ετοιμόρροπο μουρμουρητό.)
Τη νύχτα σταυρώνουν τις φωτιές
Κλείνουν τους λογαριασμούς με τους πεθαμένους
Αφήνουν το σημείωμα κάτω απ’ τη λάμπα θυέλλης
Μια τελευταία επιθεώρηση του κήπου
Σκουπίζουν τον ιδρώτα της νύχτας από το μέτωπο των αγαλμάτων
Ύστερα ανάβουν τη μηχανή του αυτοκινήτου
ή γυρίζουν τον μύλο στο περίστροφο
μπορεί να προτιμήσουν 50 χάπια
Πριν μπουν στη βάρκα
Θα κάνουν τον σταυρό τους
Τρεις φορές

Αναδημοσίευση : το κόσκινο

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

_Mπέρτολτ. Μπρεχτ: η Εβραία

Η "Εβραία" είναι ο τελευταίος μονόλογος από το σπονδυλωτό έργο του Bertolt Brecht "τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ. Το έργο αυτό του Μπρεχτ αποτελείται απο 24 σκηνές-μονόπρακτα, που έγραψε ο Μπρεχτ εξόριστος μεταξύ 1935 και 1939 και περιγράφουν την τρομοκρατία και την άγρια φύση του ναζιστικού καθεστώτος. Η ελληνική μετάφραση αυτού του έργου του Brecht είναι του Μάριου Πλωρίτη και κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Μωραίτης. Στο κείμενο αποτυπώνεται η εσωτερική ένταση του ατόμου που παίρνει μια απόφαση ενώ βρίσκεται στο χείλος της απελπισίας. Μέσα από την ανάγνωση του έργου στρέφουμε την προσοχή στα εκατοντάδες πρόσωπα της καθημερινότητας, τα οποία, δίνοντας έναν οριακό αγώνα επιβίωσης, αναδύονται ως σύγχρονοι/ες ήρωες και ηρωίδες του Brecht . Το ηχητικό ντοκουμέντο που δημοσιεύουμε παρακάτω είναι από την παράσταση που ανέβηκε το 1978 μαζί με άλλα πέντε μονόπρακτα διαφόρων άλλων συγγραφέων, από το Θίασο Λαμπέτη. Αν και το συγκεκριμέ...

_ Γ. Σεφέρη, "κράτησα τη ζωή μου" : σπάραγμα μιάς ανάγνωσης

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ' ασφοδίλια το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου χρυσά' τ' άστρα του Κύκνου κι' εκείνο τ' άστρο ό Αλδεβαράν. Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς, καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει. Κράτησα τη ζωή μου˙ στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή. Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της. Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές˙ o χιονισμένος κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν μήτε o καιρός κλειστός ...