Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

_ο θρήνος της Ελένης

Λ ένε πολλά Πονάνε τα λόγια των ανθρώπων μα πιο πολύ πονάει η γνώση. Α! είναι καλύτερα κανείς να μη γεννιέται κι αν γεννηθεί να εύχεται γρήγορα να πεθαίνει πριν μπει μεσʼ το μυαλό του η ζωή πριν μπει μέσα στη ζωή η θέληση πριν ζεσταθούν τα μέλη του πριν κινηθεί το αίμα στη καρδιά του. Να πεθαίνει είναι καλύτερα όποιος γεννιέται άνθρωπος κι αν γεννηθεί με χώμα να λούζεται, με λάσπη να σκεπάζεται να φράζει τʼ αυτιά του, να μη μαθαίνει να μιλά να μη μνημονεύει να μην τον βρουν οι συμφορές, οι πόθοι, οι λαχτάρες, να μην θυμάται ότι άκουσε για μια φορά για μια φορά μόνο για μια φορά ότι γνώρισε βαθιά στα κύτταρά του ότι είναι μισός άνθρωπος και τʼ άλλο μισό η αγάπη Θραύσματα, αναγκασμένα σε τροχιές που συγκρατούνται απʼ το μυαλό να μη φωνάξουν ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ κι όλα τα δάκρυα, που μίλησαν στο στόμα μου κι όλα τ' άνθη που έσφιξα στις χούφτες μου να μυρίσει ο κόσμος το έλαιο της ψυχής οι στεναγμοί που ορμήσαν στα  υπόγεια και τα πουλιά που έστει...

_μ' αρέσει τ' ονομά μου απ΄τα χείλη σου

Παραμονεύω τα χείλη σου ν' ανοίξουν να στάξουν ένα ένα τα γράμματα να γεννηθώ στον ήχο σου να θυμηθώ... Να πεις αυτό το  ε και μετά να γυρίσει προς τα πάνω η γλώσσα σου να πει  λε για μια στιγμή ν' ακουστεί                                      Ελένη Να θυμηθώ, να νιώσω ότι φωνάζουν εμένα. Πάντα με κάτι άσχετα ονόματα με φωνάζαν, γι' αυτό μ' αρέσει τ'ονόμά μου απ' τα χείλη σου.

_Άνοιξη, η εποχή των τρένων

  Άνοιξη   Στον ίδιο σταθμό που φεύγουνε τα τρένα  που περίμενα  το ίδιο φως μεταλλικό ανάβει συνεχώς  κι όλα στο φως  μα δεν υπάρχει πια μεγάφωνο ούτε σταθμάρχης  μόνο το τελευταίο τρένο που περίμενα  ανοίγει ο μηχανισμός   τις θύρες του  αυτόματα μπροστά μου  έτοιμη πια να μπω  με το ένα πόδι ήδη μέσα  μια στιγμή  στρέφω και βλέπω εσένα  κι εμένα που καθόμαστε στο ίδιο το παγκάκι  με πλάτες γυρισμένες και μιλούσαμε.  Και μιλούσαμε!  Να! οι αποσκευές μου,  το  παλτό με τις τεράστιες τσέπες του, οι προορισμοί, ο κόσμος που κινιότανε ανέβαινε, κατέβαινε και περίμενα η βοή, οι συρμοί, τα ξένα τρένα, οι ώρες "Ποιός είναι ο υπεύθυνος; Ποιός κανονίζει εδώ;" η κραυγή μου. Άνοιξη στον άδειο σταθμό που φεύγουνε τα τρένα στην αποβάθρα που περίμενα νύχτα στο φωτεινό σημείο που ακούγονται οι αφίξεις, οι αναχωρισμοί τα τέλη, η...

_έξοδος

Με κάλεσες στον Παράδεισο χωρίς όνομα ακούμπησες τα χέρια σου στο άτεχνο μου σώμα   και τρέξανε ψιλούτσικες φλεβίτσες, γαλανές   σάλεψανε και μάκρυναν ολοζώντανα τα μαλλιά μου ανοίξανε τα μάτια μου άνθη σε πορτοκαλεώνες, απέμειναν  τα χείλη σου στο στόμα μου ατέλειωτα συντρίβοντας τον χρόνο, και τότε σα να μετάνιωσες φώναξες τ' όνομά μου ή τ' όνομα ενός δαίμονα με ρομφαία που μ' άρπαξε και μ΄έδιωξε απ' τον Παράδεισό σου δεν πρόλαβα να μάθω πώς σε φωνάζουν εκεί στους κήπους που γυρνάς δεν πρόλαβα να σ' αγγίξω ποτέ δεν θα είμαι στο Παράδεισο Ποτέ πια.

_προσευχή

Αγαπημένε, δαίμονα, εξομολόγηση τ’ ουρανού χαμέ, κατάλυσή μου, έδιωξα τα χέρια μου άγονα κι έσβησα τα μάτια μου μέσα στην αστραπή σου, παγίδεψα τα χείλη μου επάνω στ’ όνομά σου, χαρτί και δίπλωσε η ψυχή μου στη παλάμη σου. Αγαπημένε, δαίμονα, διαταγή θανάτου, βροχή μου, ό,τι από μένα απόμεινε το άφησα να βρέχεται, να λειώνει. Λείπω, ξεθεμελιώθηκα στο θαύμα της αγάπης.

_κλαίς;

Απ’ όλα τα θαυμαστά που μου’ δειξες  ένα κρατάω αυτό που είδα μόνο εγώ. Νυχτερινή βαθιά και μυστική χαράδρα, και πάνω της πυκνή απόκοσμη υγρασία απλωμένη, -μπροστά σε τέτοια θαύματα είναι ελάχιστες φορές που στέκεις και κοιτάζεις,  δεν βοηθάει το μυαλό, δεν  ξέρεις αν είναι η γη λιπόθυμη και χάνεται στο σκοτάδι, αν οι ανάσες των νερών ζωντάνεψαν  και σκύβουν στο κορμί της, ανέτοιμη, δειλή εγώ, δεν τόλμησα να μπω σ’ αυτό το δάσος να  σκύψω για να πιώ μια σταγόνα. Φύσηξε αέρας σιγαλός, γύρισε η γη κι εσύ αλλού τα μάτια σου έστρεψες δακρυσμένα και  χάθηκε, σκορπίστηκε το θαύμα.

_απ' την αρχή

Κοιμάμαι ελάχιστα και όμως δεν νυστάζω.  Εσύ έχεις πάρει τον ύπνο μου. Τρώω ελάχιστα και όμως δεν πεινάω Εσύ έχεις χορτάσει την πείνα μου. Πίνω ελάχιστα και όμως δεν διψάω Εσύ έχεις ξεδιψάσει την δίψα μου. Μιλώ ελάχιστα και όμως δεν σωπαίνω Εσύ έχεις κλέψει τις λέξεις μου. Μόνο τις σκέψεις μ’ άφησες να σκέφτομαι ασταμάτητα εσένα, και σκέφτομαι πως όλα αυτά που έκλεψες, που πήρες, που μάζεψες ένα - ένα, κάπου τα έχεις φυλαγμένα και κάθεσαι τις νύχτες στα κρυφά και με αρμολογείς κομματάκι – κομματάκι απ’ την αρχή. Με κοιμίζεις, με ταΐζεις,  με ποτίζεις, μου μαθαίνεις, μου μιλάς. Θα σου στείλω και τις σκέψεις μου, όλες, μια προς μια, καμία δεν κρατώ να μάθεις το μόνο που έμεινε να ξέρεις για εμένα, πως θέλω απ’ την αρχή να μ’αγαπάς.