Σα χείλι παιδιού δεκατρίω χρόνω
σκεπασμένη με χνούδι η ψυχή μου,
ιδρώνει.
Τα βράδια παραδίδεται στη μουσική
μεθάει τα φτερά της
τρεκλίζει
έχασε το δρόμο για το σπίτι
μα δε τη νοιάζει πιά
Νύχτωσε
από μέρες και βρέχει
κάηκαν όλα τα ξύλα
πάγωσε το δωμάτιο
κι εκεί που κόρωνε η φωτιά
μια φούχτα στάχτη
λες και σκαλίζεις
και σκαλίζεις
μια θαμμένη ζεστασιά
χωρίς να περιμένεις πλέον
πλέον να ζεσταθούν τα μέλη σου
κι εκεί εντός
παγωμένη
σποδός
η φωνή σου.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου