Τ ην καθορισμένη ώρα -κάποια ώρα που εγώ δεν γνωρίζω, ώρα Λονδίνου, κάποια ώρα που εγώ κοιμόμουν- οι σεκιουριτάδες ανοίξανε τις πόρτες του λονδρέζικου Πολυ-πολυκαταστήματος. Οι πρώτοι 5 - 6 μπήκαν όρθιοι μ' ένα μεγάλο άσπρο χαμόγελο στα χείλη τους. Οι άλλοι σπρώχθηκαν σα να τους έπληξε ένα ωστικό κύμα από πίσω, οι επόμενοι κάνανε δύο-τρία βήματα, χάσανε την ισορροπία τους και πέσανε, το πλήθος κατίσχυσε με την ορμή του και πέρασε από πάνω τους. Οι πεσμένοι τσαλαπατήθηκαν, στριμώχθηκαν ανάμεσα σε τζαμαρίες και μεταλλικές μπάρες. Μετά απ' αυτούς, οι πολλοί μπαίνανε σχεδόν στα τέσσερα, παραπατώντας. Πλημμύρισαν οι διάδρομοι και οι σκάλες. Τα συστήματα ασφαλείας κατέγραφαν. Οι κάμερες τραβούσαν πλάνα. Το Σίτυ ξυπνούσε. Ξυπνούσε μια χριστουγεννιάτικη, λαμπιονισμένη, αφιονισμένη, γιορτινή ημέρα. Χιλιάδες φωτάκια, γιρλάντες κυκλώνουν τα πάντα, τραγούδια στα ηχεία του καταστήματος, τα εμπορευμάτα σε προσφορές κι εκπτώσεις. Ο πρώτος ά...