Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

_ιστορίες λεωφορείου vii

Δεν συμβαίνει κάθε μέρα.... Αν και πηγαινοέρχομαι Χανιά - Ρέθυμνο - Χανιά, σχεδόν κάθε μέρα εδω και τρία χρόνια με τα υπεραστικά λεωφορεία του τοπικού ΚΤΕΛ,  ποτέ μα ποτέ δεν έτυχε τύχη αγαθή ν' ακουστεί από τα ηχεία κάποιου, από τα υπερσύγχρονα (ομολογουμένως) λεωφορεία, ένα κομμάτι κλασικής μουσικής. Το είδος για τις συγκεκριμένες διαδρομές και τα συγκεκριμένα μέσα είναι.... ανύπαρκτο.  Έτσι, όταν σήμερα από τύχη αγαθή (επαλαμβάνω) - ή μήπως ήταν ένα κακόγουστο αστείο κάποιας βασανισμένης ψυχής  μουσικού περασμένων αιώνων; - ακούστηκε από τα ηχεία το Adagio in g minor του Αlbinoni, εγώ είχα ήδη καθίσει λίγες θέσεις πίσω από τον οδηγό και είχαμε ξεκινήσει..... και σκεφτόμουν διάφορα....και... Θε μου! σκέφτηκα, τι ωραία..... Πραγματικά δεν συμβαίνει κάθε μέρα : Νοέμβρης, η θάλασσα χαριτωμένη, ο  ήλιος δράκος του μεσημεριού, η γνωστή διαδρομή μου.... και αυτή η μουσική η αγαπημένη.... Θαύμασα κι αφέθηκα. Πρέπει να είχε μόλις φτάσει στο 3.40 (άκου παρακάτω)...

_οι τσακιστές ελιές

Μεγάλος μπελάς οι τσακιστές ελιές! Δυό μέρες τώρα καθόμουν στο τραπεζάκι της αυλής,  βοήθησαν κι αυτές οι μέρες του Νοέμβρη με τον μεθυσμένο ήλιο τους... τέλος πάντων, τις τσάκισα όλες! Απ' όλες τις ελιές που τρώμε εμείς οι άνθρωποι, τούτες οι τσακιστές, θαρρώ ότι είναι οι πιο απαιτητικές. Κατ' αρχάς χρειάζεται να τις μαζέψεις μια μια με το χέρι,  να 'ναι μικρούλες και πράσινες, να φαίνονται άγουρες όμως να είναι σαρκωμένες και χυμώδεις. Δεν πρέπει να έχει εισχωρήσει κανένα σκουληκάκι μέσα τους, να είναι καθαρές.... Να είναι γυαλιστερές και ώριμες, δηλαδή στην ώρα τους, που πάει να πει "ωραίες".  Στη συνέχεια πρέπει να τις τσακίσεις μια μια με ένα σφυράκι. Δεν πρέπει να τις λιώσεις κι ούτε να σπάσεις το κουκούτσι... Το κουκούτσι πρέπει να μείνει άθικτο. Εκεί κρύβεται όλη η ουσία. Εκεί είναι το μυστικό. Απ' έξω να είναι τσακισμένες και από μέσα να είναι άθικτες. Είναι ένας μυστήριος αλγόριθμος αυτό το τσάκισμα:  της απόστασης που κρατάς, της...

_Μ.Λοϊζου : Μη με ρωτάς

Στίχοι : Λευτέρης Παπαδόπουλος Μουσική : Μάνος Λοϊζος Ερμηνεία : Χρήστος Θηβαίος. Τα πολυβόλα σωπάσαν Οι πόλεις αδειάσαν και κλείσαν Ένας βοριάς παγωμένος Σαρώνει την έρημη γη Στρατιώτες έρχονται Πάνε, ρωτάνε γιατί πολεμήσαν Κι εσύ ησυχάζεις Το δάχτυλο βάζεις Να βρεις την πληγή Μη με ρωτάς, δε θυμάμαι Μη με ρωτάς, μη με ρωτάς,μη με ρωτάς Μη με κοιτάς, σε φοβάμαι μη με κοιτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς Στην πολιτεία βραδιάζει Το χιόνι τις στέγες σκεπάζει Ένα καμιόνι φορτώνει Και κόβει στα δυο τη σιγή ... Περιπολία στους δρόμους Και κάποια φωνή που διατάζει Κι εσύ ησυχάζεις Το δάχτυλο βάζεις Να βρεις την πληγή ... Μη με ρωτάς, δε θυμάμαι Μη με ρωτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς Μη με κοιτάς, σε φοβάμαι Μη με κοιτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς Μνήμη: Μη με ρωτάς πότε χάθηκε η επανάστασή μας. Δεν ξέρω ακριβώς το χρόνο. Ίσως τότε που αρχίσαμε να την συζητάμε... Ίσως είναι κοινή,  εκείνη η χρονική στιγμή που αρχίζει να ξεθωριάζει και να χάνεται κάθε...

_ορθόδοξοι και άλλοι

  Μας έπνιξε όλη αυτή η ορθοδοξία. Άλλο ένα βήμα γι’ αυτούς που πάντα μιλάνε. Για τους  κ.κ.  –άκηδες,-άκους, -πούλους και λοιπούς που αλληλοσυγχαίρονται, που αλληλοχαιρετιούνται, που αλληλογνωρίζονται, που αλληλοθαυμάζονται, που αλληλοβραβεύονται , που αλληλοβαριούνται που έχουν όλες τις φωνές, που έχουν καλούς τρόπους που έχουν όλα τα βήματα Και πάνε κι έρχονται ρηχοί  πολυλογάδες, Και κρύβουν τον ορίζοντα πολύ απασχολημένοι ψάχνοντας δήθεν για να βρουν λόγια για να εκφράσουν τα βαθιά και ανείπωτα νοήματα που κάπου κάπως πλανιούνται. Και δεν σκέφτονται ότι στέρεψε η κεφάλα τους όπως στέρεψε η ζωή τους και πως τα λόγια μετακόμισαν εκεί που δεν μιλάνε. Και οι ίδιοι επιτέλους  να σιωπούν, να κάνουν ησυχία μήπως ακούσουν την σιωπή αυτών που δεν μιλάνε και που τους αφαιρέθηκε πριν γεννηθούνε ο λόγος κι αυτοί οι ορθόδοξοι, οι  πολυχρονεμένοι να μείνουν στα μουσεία τους βουβοί επιτέλους, αφού δεν έχουν τίποτα να ...

_το απλό χαμόγελο

Δεν αναφέρομαι σ' αυτούς     που δεν πλανήθηκαν ποτέ Δεν αναφέρομαι σ' αυτούς    που δεν ένιωσαν τη ναυτία Αυτοί αρέσκονται στα ποικίλματα πολλαπλασιάζουν τα όντα, κρατιούνται και βαταλαλούν.  Δεν θέλω να πω πολλά    κάτι λίγα που κατάλαβα    κάτι αχτίδες φως που εισχώρησαν στο σκοτάδι όσα πρόλαβα μεσ' σε πενήντα χρόνια Το απλό χαμόγελο έχει δύο όψεις.  Να αφεθείς. Θα πέσεις.

_ο μπάρμαν με τα παγερά μάτια

  Τ ο πλοίο της άγονης γραμμής κοντεύει να φτάσει στον τελικό του προορισμό και στο σαλόνι έχει πέσει βαριεστημένη ησυχία, ο επιβάτες έχουν ένα ύφος θρησκευτικής εγκαρτέρησης κι οι τηλεοράσεις παίζουν χαμηλόφωνα αυτό που παίζουν συνήθως οι τηλεοράσεις. Καλοκαίρι με τουρίστες και κουμπωμένα βλέμματα. Και ξαφνικά θρυμματίζεται η ησυχία από δυνατό βήχα, γκούχου γκούχου παρατεταμένο από πνίξιμο. Αναστατώνονται οι επιβάτες, ανακαθίζουν στις θέσεις τους, βγαίνουν από την αναγκαστική ονειροπόληση της αδράνειας. «Πιες λίγο νερό» συμβουλεύει κάποιος. Βιαστικά ο άνθρωπός μας, ένας εύσωμος λίγο πλαδαρός, γύρω στα σαράντα - σαράντα πέντε, ωραιοπαθής με κόκκινο μπλουζάκι, άσπρο παντελόνι και μαλλιά του κομμωτηρίου, διασχίζει το σαλόνι με δυσκολία καθώς ο επίμονος βήχας τραντάζει το σώμα του. Φτάνει στο μπαρ και κάνει νοήματα για λίγο νερό. «Μεγάλο μπουκάλι ή μικρό;», ρωτάει παγερά ο μπάρμαν. Ο άνθρωπος μας πνιγμένος από το βήχα, κάνει νόημα με το χέρι, Ότι να είναι γκούχου γκο...

_"το μόνο που θυμάται"

Η διαφήμιση παίζει σε όλες τις τηλεοπτικές ζώνες, σε όλα τα κανάλια,  όλες τις ώρες.  Τουτέστιν απευθύνεται σε όλους. Νέους και γέρους, εργαζόμενους και συνταξιούχους, γυναίκες και άνδρες.... Ο λόγος συνθηματικός, δίχως αρχή, μέση, τέλος.  Ένας λόγος ά-λογος. Μια α-νοησία.  Το μήνυμα όμως είναι υπαρκτό.  "11-8-80    ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΘΥΜΑΜΑΙ" Λέει κάποιος άνεργος ηθοποιός, που κάπως πρέπει κι αυτός να ζήσει, κάποιον να εξαπατήσει, κάποιο ψεύδος να πουλήσει.... Μια κοινωνία σε βαριά λήθη.  ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΘΥΜΑΜΑΙ ένας αριθμός τηλεφώνου.  Ποιός μπορεί να λέει με υπερηφάνεια, και εντελώς χαρούμενος που το κατάφερε, να το διαφημίζει κι από πάνω, ότι το μόνο που θυμάται είναι ένας αριθμός; Πού πήγαν όλα τ' άλλα;  Μια κοινωνία που δεν θέλει να θυμάται τίποτα. Όλα περνάνε και φεύγουν  δίχως ν' αφήνουν αποτυπώματα στη μνήμη, δίχως να δημιουργούν ένα παρελθόν, μια ζωή που έζησες, ένα σώμα.  Τίποτα δεν έχει σώμα. Ούτε ο άνθρ...