Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

_τα καφέ παπούτσια μας

Άνοιξε τη ντουλάπα της.
Ήτανε όλα τακτοποιημένα.
-Κοίτα,  ένα σωρό ρούχα.... τίποτα δε φοράω πια. Μήπως βγαίνω και καθόλου; 
Να πάρε ότι θες...Δε μου χρειάζονται.
Δίστασα...
Τράβηξε από χαμηλά μια κούτα. Ένα ζευγάρι καφέ παπούτσια.
Πολύ απλά, χωρίς κανένα στολίδι,  με φαρδιά μύτη μπροστά και χαμηλή φαρδιά σόλα. Άχαρα παπούτσια,  σαν αντρικά...
- Είναι δερμάτινα, πολύ γερά και άνετα, είπε...
Τι νούμερο φοράς;
- 38...
- Δεν σου κάνουν, είναι ένα νούμερο μεγαλύτερα... τα φόραγα όλη μέρα και με είχανε βολέψει...
- Τα παπούτσια θέλω, της είπα...

Θέλω τα παπούτσια σου, τα καφέ, τα αστόλιστα, τα άχαρα παπούτσια σου....
-Αφού τα θέλεις, πάρτα....
Θυμήθηκα τον Καββαδία...

Τώρα τα φοράω όλη μέρα,  το βράδυ μόνο,  όταν πάω για ύπνο, τα βγάζω και τα αφήνω δίπλα στο κρεβάτι μου, μέχρι το άλλο πρωί...
Και ξέρε το,  ότι δεν με πειράζει που είναι ένα νούμερο μεγαλύτερα, αρκεί που είναι από δέρμα κι είναι καφέ σαν τη γη...και άνετα.
Αν ήσουν εδώ θα γελούσαμε....

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

_Mπέρτολτ. Μπρεχτ: η Εβραία

Η "Εβραία" είναι ο τελευταίος μονόλογος από το σπονδυλωτό έργο του Bertolt Brecht "τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ. Το έργο αυτό του Μπρεχτ αποτελείται απο 24 σκηνές-μονόπρακτα, που έγραψε ο Μπρεχτ εξόριστος μεταξύ 1935 και 1939 και περιγράφουν την τρομοκρατία και την άγρια φύση του ναζιστικού καθεστώτος. Η ελληνική μετάφραση αυτού του έργου του Brecht είναι του Μάριου Πλωρίτη και κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Μωραίτης. Στο κείμενο αποτυπώνεται η εσωτερική ένταση του ατόμου που παίρνει μια απόφαση ενώ βρίσκεται στο χείλος της απελπισίας. Μέσα από την ανάγνωση του έργου στρέφουμε την προσοχή στα εκατοντάδες πρόσωπα της καθημερινότητας, τα οποία, δίνοντας έναν οριακό αγώνα επιβίωσης, αναδύονται ως σύγχρονοι/ες ήρωες και ηρωίδες του Brecht . Το ηχητικό ντοκουμέντο που δημοσιεύουμε παρακάτω είναι από την παράσταση που ανέβηκε το 1978 μαζί με άλλα πέντε μονόπρακτα διαφόρων άλλων συγγραφέων, από το Θίασο Λαμπέτη. Αν και το συγκεκριμέ...

_ Γ. Σεφέρη, "κράτησα τη ζωή μου" : σπάραγμα μιάς ανάγνωσης

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ' ασφοδίλια το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου χρυσά' τ' άστρα του Κύκνου κι' εκείνο τ' άστρο ό Αλδεβαράν. Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς, καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει. Κράτησα τη ζωή μου˙ στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή. Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της. Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές˙ o χιονισμένος κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν μήτε o καιρός κλειστός ...