Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

_περίμενέ με

Μη θυμώνεις, δεν άργησα. Γιατί με κακολογείς; Δεν ξέρεις ότι ήμουν εγώ εκεί που ήσουν πάντα; Και τώρα πού νομίζεις ότι βρίσκομαι; Εκεί που πάντα είσαι. Στο αίμα μου, στη σκέψη μου, στο σώμα, στη φωνή μου. Περίμενέ με.

_αυτό που δεν περίμενα

Αυτό  δεν το περίμενα,  πως θα’ γραφα  ερωτικά ποιήματα για σένα. Eίναι που δεν σε βλέπω, που δεν σ’ακούω, δεν σε γεύομαι. Eίναι που σε στερούμαι, σαν ύπνο, σαν τροφή, σαν αίμα, σαν αέρα, και  σε ανασυνθέτω. Kαι να το ξέρεις σε φτιάχνω τέλειο. Ανάλαφρο με όνειρα που κάθε πρωί παίρνουν το λεωφορείο  και   πάνε μαζί μου  στη δουλειά, και θρεπτικό σε φτιάχνω με χυμούς και τραγανό και φρέσκο. Σε φτιάχνω δροσερό και διαφανή και εισπνεόμενο βαθιά. Σε φτιάχνω με ροή νερού όμως νερό δεν είσαι αίμα είσαι μιας ακατάσχετης και ξαφνικής αιμορραγίας που έχω όταν φτιάχνω τα ερωτικά ποιήματα για σένα, που δεν περίμενα.

_στο μισοσκόταδο

Απόψε βαφτίζω τη σιωπή και η σιωπή γελάει σαν παίρνει υπόσταση κάθεται δίπλα μου χειρονομεί , στον ώμο μου ακουμπάει Στο μισοσκόταδο Τα χείλη μου ψάχνουν τη σιωπή και βρίσκουν τα δικά της Αγκάλιασέ με… πάρε με… Απόψε βαφτίζω τη σιωπή της δίνω τ΄όνομά σου.

_τρεις νύχτες

Τα κύματα του ωκεανού που ’ναι βουβά κι απλώνονται σε μήκος χιλιομέτρων κι είναι λευκός κυματισμός, από μεγάλο βάθος τρεις νύχτες   ορθώθηκαν και ξεσπούσανε, σ’ ένα νησί έξω από κάθε χάρτη, αυτές τις νύχτες τις λευκές που δεν τις ζει κανένας γιατί εκεί κανείς δεν κατοικεί κι όμως αυτές συμβαίνουν για ένα λόγο δικό τους. Λέω πως έτσι κρατιούνται τα νερά διατάσσονται  οι ανέμοι στέκεται η γη στην άβυσσο λέω περνά στη γη η Δόξα Nύχτες ανήκουστες σ’ ένα χαρτί έξω από κάθε λογική που μόνο εγώ ακούω «Μάτια μου, είμαι ωκεανός στα μάτια σου άσε με να ξεσπάω».

_έρχεσαι

Πώς να σε κλείσω έξω από τον κόσμο; Σε ποιο νησί ερημικό να σ’ εγκαταλείψω; Φεύγεις και έρχεσαι μπροστά μου. Με την σιωπή της νύχτας Με την ανάσα της βροχής Με κάθε του ήλιου αχτίδα Έρχεσαι. Με κάθε κτύπο της καρδιάς Με κάθε βλεφαρισμό που κάνουνε τα μάτια. Με κάθε σταγόνα του νερού που ακουμπά στα χείλη Έρχεσαι. Με κάθε ήχο μουσικής Με κάθε καλημέρα Με κάθε γειά, κάθε γιατί, κάθε θέλω, κάθε πονάω, Με όλες τις λέξεις Έρχεσαι Μπαίνεις από παντού. Και δεν υπάρχει κόσμος, ούτε νησί ούτε θάλασσα, ούτε ουρανός, ούτε χώρα Τίποτα. Μόνο η παρουσία σου στο σπίτι της ψυχής μου. Και εγώ ολομόναχη στην ερημιά του κόσμου.

_είπα δεν πάω πουθενά

Είπα δεν πάω πουθενά, θα μείνω εδώ Δεν ήξερα πού να πάω Τι να φορέσει η σκέψη μου Τι να ντυθεί η ζωή μου στη μέση   αυτού του δρόμου στη μέση αυτής της ερημιάς σκύλος αδέσποτος διωγμένος, τρομαγμένος είπα πως δεν θα σε βρω είπα πως δεν υπάρχεις πως δεν γεννήθηκες ποτέ πως είχες γεννηθεί παλιά δεν ήξερα πού να σε βρω δεν ήξερα πού να’ σαι κι ήρθε χιλιοτραγουδισμένο φως και   μου ‘δειξε στην κόλαση να ψάξω.

_για τον ίδιο

ασπρόμαυρη φωτογραφία του Hossein Zare Ποιος θα μπορούσε να ψάξει για σένα; Να βγει απόγευμα πριν πέσει η νύχτα στο δρόμο ζητώντας             τ’ ασύλληπτο Να πάει στην πέρα γειτονιά την άγνωστη, αγνώστους ρωτώντας να μάθει, τη φωνή του σέρνοντας απ’ το πηγάδι του φόβου με φόβο, μην έπεσες. Να ανεμίσει την ψυχή του πανί κατακόκκινο, να το δεις Να κρατήσει βαθιά την εικόνα της νιότης σου μέσα απ’ τους ίσκιους             να! Αυτόν ψάχνω. Ποιος θα μπορούσε να ψάξει για σένα; Να βγει,  γνωρίζοντας καλά μέσα του, αυτό που ο κόσμος φοβάται να βλέπει κενό να καταπίνει κενό να απλώνει κενό να κατοικεί στο κενό κι όλα να είναι ανόητα, Το κενό που κάνει τον κόσμο κι ουρλιάζει. Ποιος χαράζοντας τις φλέβες του να τρέξει το αίμα στο σώμα σου άφησε, να γεμίσει παλμό το κορμί σου. Ποιος βάδισε στην άκρη του γκρεμού μ...