ἥλιος κυκλοδίωκτος, ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε καὶ μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον ἀκαταπαύστως.
(Ωδή τρίτη, Εις Θάνατον, ...Ανδρέας Κάλβος)

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

_στην όχθη

Παρασυρμένοι από την ορμή του ποταμού
μαζί με κουφάρια ζώων, αναποδογυρισμένα τραπέζια
ντουλάπες που έμοιαζαν με χαρούμενα φέρετρα νεκρών
και άλλα βαριά αντικείμενα
να επιπλέουν γύρω μας
ακούγοντας βουητό νερών και βρασμό προγόνων
και άλλων  αλόγων το ρουθούνισμα
άλλοτε βουλιάζοντας κι άλλοτε μάταια προσπαθώντας
να πιαστούμε από κάτι
τίποτα δεν συγκρατούσαν τα χέρια μας
τίποτα δεν συγκρατούσε εμάς
και άλλα σαθρά
ξέπνοοι μισοπνιγμένοι μισάνθρωποι
σκαλώσαμε σε μια όχθη λίγο πριν τις εκβολές του ποταμού
μες τον ωκεανό που στέκεται απέναντι ακίνητος απέραντος και μαύρος
πάνω στο παχύ χώμα της λάσπης
          που θυμίζει εμάς
και άλλα πρωτόζωα
με  καλάμια φτιάξαμε ένα κατάλυμα να κρατάει τον άνεμο
και άλλα πράγματα που λυγίζουν
κι είπαμε
εδώ θα γίνουμε άριστοι κολυμβητές
εδώ θα γίνουμε δεινοί ψαράδες της πέστροφας
και άλλων αμφίβιων
εδώ δίπλα στην όχθη του ποταμού
          που κατεβάζει πολλών λογιών αντικείμενα
ασταμάτητα
          που διαπέρασε την ύπαρξή μας
και αναβλύζει μυρωδιά από θειάφι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου