ἥλιος κυκλοδίωκτος, ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε καὶ μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον ἀκαταπαύστως.
(Ωδή τρίτη, Εις Θάνατον, ...Ανδρέας Κάλβος)

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

_το κακό και η αυγουστίνεια παράδοση : εκτενής περίληψη και προβληματισμοί (ix)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Θεοδικία και δυσαρέσκεια

Σύμφωνα με όσα είδαμε έως τώρα, η κριτική των θεοδικιών ανέδειξε ότι  κοινός τόπος τους  είναι η τάση της αφαίρεσης από το πρωτογενές κακό, προκειμένου να δοθούν διάφορες ερμηνευτικές απαντήσεις για την φύση του κακού, τα τραγικά συμβάντα και τις δυστυχίες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι. Οι κριτικοί των θεοδικιών και γενικότερα του μοντερνισμού, επιμένουν ότι το πρόβλημα όμως με το κακό δεν βρίσκεται στην δυσκολία της ερμηνείας του, αλλά στην αντιμετώπιση του ίδιου του κακού. Επομένως, χρειάζεται να αλλάξουμε εστίαση κι από την αφαιρετική διανοητική συζήτηση περί του κακού, να εστιάσουμε στην διαρκή και σταθερή ανάμειξή του με την καθημερινή ζωή των πραγματικών ανθρώπων.  Οι κριτικοί των θεοδικιών προτρέπουν  τους φιλοσόφους της θρησκείας και τους θεολόγους, να αφήσουν πίσω τους κάθε σκέψη που διαπνέεται από το πνεύμα της θεοδικίας, είτε αυτή επικαλείται την μυστηριώδη θεία βούληση είτε την θεία δικαιοσύνη, και να θέσουν το ερώτημα πώς μπορούμε να παραμένουμε πιστοί στους ανθρώπινους τρόπους που έχουμε για να βλέπουμε το κακό, ακόμα και ιδιαίτερα όταν σκεπτόμαστε από μια θρησκευτική προοπτική ή είμαστε θρησκευόμενοι.
"Παραμένουμε πιστοί στους ανθρώπινους τρόπους", σημαίνει ότι μπορούμε να ακούμε τις εμπειρίες αυτών που υποφέρουν και επιτρέπουμε στον εαυτό μας -κάποτε μάλιστα τον πιέζουμε γι' αυτό- να αποδεχθεί την πραγματικότητά τους με τους δικούς τους όρους, δίχως να ενδιαφερόμαστε για το ταίριασμα των εμπειριών αυτών μέσα στο θεωρητικό - θρησκευτικό μας πλαίσιο΄ σημαίνει να επιτρέψουμε στις αφαιρετικές θεωρητικές μας κατασκευές να συνδεθούν με τις πραγματικές, ιστορικές, εμπειρικές καταβολές τους, υπερβαίνοντας το χάσμα ανάμεσα στον θεωρητικό και τον πρακτικό λόγο.
Σύμφωνα με τους κριτικούς των θεοδικιών, για να συναντήσουμε αυτές τις εμπειρίες και για να επιτύχουμε την αλλαγή  της εστίασής μας, οφείλουμε να μην καταφύγουμε σε πιο λεπτομερείς, σχολαστικές και οξυδερκείς βελτιώσεις των θεωρητικών μας πλαισίων ώστε να τις χωράνε, αλλά, αντίθετα οφείλουμε να εργαστούμε για να περιορίσουμε το κακό στην πραγματική βιωμένη εμπειρία του τώρα΄ εξάλλου αυτός ήταν ο αρχικός σκοπός των θεοδικιών.

Ασφαλώς η κριτική στις θεωρητικές απαντήσεις των θεοδικιών έχει αξία. Υπήρχε και υπάρχει πράγματι από πλευράς της φιλοσοφίας και της θεολογίας παραμέληση στην ανάδειξη εκείνων των πρακτικών στρατηγικών που θα ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την πραγματικότητα του κακού. Η υπερβολική, όμως, έμφαση των κριτικών αυτών στην αναξιότητα της θεωρίας, συμπαρασέρνει κάθε θεωρητική ερώτηση ως "μοντερνιστική" προκατάληψη που διαπνέεται από το καρτεσιανό ιδεαλισμό, είναι και ανακριβής ιστορικά (διότι με τέτοιες ερωτήσεις απασχολήθηκαν σχεδόν το σύνολο των προ-νεωτερικών θεολόγων) αλλά και μια απλώς αχρείαστη προκατάληψη η ίδια, που στρέφεται εναντίον του θεωρητικού λόγου. Γιατί άραγε δεν μπορούν να συμβαδίσουν οι θεωρητικές και οι πρακτικές προσεγγίσεις μας; Και αποκρούοντας την θεωρία, σε τι ακριβώς αντιστεκόμαστε;

Η απάντηση που δίνεται εδώ από την πλευρά των κριτικών, είναι ιεραρχικού τύπου: μέσα από την καταγγελία των θεοδικιών, η πράξη ιεραρχείται υψηλότερα από τον λόγο, ο οποίος νοείται ως ο θρησκευτικός λόγος που λειτουργεί ως το γνωστό "όπιο των λαών". To πρόβλημα τίθεται έτσι: καμία απάντηση δεν είναι χρήσιμη - κι γι΄ αυτό αποδεκτή- εφόσον δεν μπορεί να αναχθεί ευθέως στο πρακτικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, εάν επιχειρήσουμε να σκεφτούμε διαφορετικά, αυτό σημαίνει ότι είμαστε δούλοι της πίστης του μοντερνισμού στην θεωρία...
Για τους αντιπάλους των θεοδικιών (antitheodicists) κάθε πιθανή λεκτικοποίηση απαραιτήτως καταργεί την τραγικότητα του κακού και τέτοιες εμπειρίες όπως ο πόνος, δεν αντέχουν στην θεωρητικοποίηση. Η παραδοχή αυτών των στοχαστών για τον κόσμο μας είναι ότι : η εμπλοκή μας με τον κόσμο στον βαθμό που είναι - και είναι πάντα - μεσολαβημένη από την γλώσσα δεν μπορεί ποτέ να είναι καθολικά αποτυπωμένη.  Οι γλωσσικές μας απεικονίσεις και ό,τι διαμείβεται στο γλωσσικό επίπεδο δεν μπορούν ποτέ να εξαντλήσουν το σύνολο της εμπειρίας και της συμπεριφοράς μας στον κόσμο.
Για τους στοχαστές αυτούς, η θεωρία δεν είναι αυτό που οι νεωτερικοί ονειρεύτηκαν ότι θα ήταν, μια πιστή αναπαράσταση του κόσμου, αλλά είναι μάλλον ένα εργαλείο ανάμεσα σ' άλλα που διαθέτουμε για την πλοήγησή μας στον κόσμο της υλικότητας της εμπειρίας. Τουτέστιν η θεωρία πρέπει να υπηρετεί την πράξη.

Στο σημείο αυτό μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί μήπως οι αντίπαλοι των θεοδικιών και γενικά οι μεταμοντέρνοι στοχαστές, υποδουλώνουν τον εαυτό τους στην δεσμευτικότητα της διαφοράς, πράγμα που είναι πολύ περισσότερο κοντά στις νεωτερικές παραδοχές, από ότι θέλουν να πιστεύουν.
Κυρίως φαίνεται να δεσμεύονται στην παραδοχή του απολύτου χωρισμού ανάμεσα στην "θεωρία"και στην "πράξη" και παλινδρομούν από την αναμφίβολη κυριαρχία της πρώτης σε μια εξίσου αναμφίβολη κυριαρχία της δεύτερης. Πρόκειται για την κλασική "υλιστικού τύπου" αντιστροφή της διχοτομίας που υποτιμά τις διανοητικές-αναστοχαστικές μας δυνάμεις μέσα από την επιβεβαίωση της νεωτερικής σχηματοποίησης, με τον απλό τρόπο του αναποδογυρίσματός τους. Ο ιδεαλιστικός διαχωρισμός σε 'ιδέες' και 'υλικές πραγματικότητες' επαναλαμβάνεται αλλά με ανεστραμμένες τις προτεραιότητες του.
Ίσως όμως είναι καλύτερο να εγκαταλείψουμε  την διχοτόμηση αυτή μια και καλή. Είναι σαφές ότι οι θεωρητικές μας αναζητήσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της πρακτικής μας ζωής και στην πραγματικότητα αναδύονται από αυτήν. Η κατανόηση αυτή δεν είναι αποκλειστικά μια κατάκτηση του πραγματισμού. Όλη η αρχαία και η μεσαιωνική σκέψη λάμβαναν αυτή την αμοιβαιότητα ως δεδομένη. Στην πραγματικότητα, οι αντίπαλοι των κλασικών θεοδικιών δραπετεύουν από τα θεωρητικά και διανοητικά προβλήματα που εγείρει η συνάφειά μας με το κακό, τον πόνο και την τραγικότητα της ζωής, προσπαθώντας να μεταμορφώσουν την δυσκολία μας σε αδυνατότητα. Επιπλέον επαναλαμβάνουν την κυρίως άρνηση της νεωτερικότητας να σκεφτεί το κακό, την υπόρρητη προπαραδοχή της ότι το κακό είναι το τερατωδώς ακατάληπτο. Οι αντίπαλοι των θεοδικιών κατά παράδοξο τρόπο μας οδηγούν πίσω στο Γκότθικ πλαίσιο, από όπου οι θεοδικίες, έστω και ανεπαρκώς, προσπάθησαν να μας απαλλάξουν.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια ενεργητική σύνδεση των θεωρητικών και των πρακτικών μας προσεγγίσεων. Μια σύνδεση που να μην καταργεί ή υποβιβάζει ούτε την θεωρητική ούτε την πρακτική πλευρά. Και τούτο διότι, οι ερωτήσεις που αποκαλούνται "θεωρητικές" συνήθως ανακύπτουν από την εμπειρία του πόνου και της τραγικότητας και αν συμβαίνει συχνά να βρίσκονται σε ένα επιφανειακό επίπεδο διανοητικού συμπεριφορισμού, χρειάζεται να τις οδηγήσουμε στο βάθος από όπου αυτές πηγάζουν.
Όπως επισημαίνει ο Τζέιμς Οβέτζελ (James Wetzel, 1959 ), "κανείς από τους κατηγόρους των
O James Wetzel, είναι καθηγητής
στο Πανεπιστήμιο της Βιλλανόβα των ΗΠΑ,
με ειδίκευση στην πλατωνική,
αυγουστίνεια φιλοσοφική παράδοση
 και την ηθική ψυχολογία 
θεοδικιών δεν μπορεί να αρνηθεί το βαθύτερο κίνητρό τους : Είναι η επιθυμία μας να καθορίσουμε την πηγή και τα όρια του ηθικού κόσμου μας. Για όσο καιρό το κακό θα παραμένει ένα μέρος της εμπειρίας μας στον κόσμο, θα προσπαθούμε να βρούμε ένα νόημα γι' αυτό" (1992,363).
Η εμπειρία της τραγικότητας είναι μια καθολική υπαρξιακή πρόκληση, συμπεριλαμβανομένης και της αναστοχαστικής μας ύπαρξης. Όπως λέει ο Έντμουνσον (βλ. προηγούμενη ανάρτηση) χρειάζεται να παραδεχθούμε ότι είμαστε "πιασμένοι" μέσα σ' αυτά τα προβλήματα, πράγμα που σημαίνει ότι τα προβλήματα αυτά δεν θα καταργηθούν για την σκέψη, ακόμα κι αν τα αντιμετωπίσουμε ως προβλήματα σκέψης.
Ούτε η θεωρητική θεοδικία ούτε η αντίπαλη αντι-θεοδικία είναι κατάλληλες για τις ανάγκες μας.


James Wetzel,
Ο Αυγουστίνος
και τα όρια της αρετής, 1992.  
Περισσότερο από την  καθαρότητα της θεωρητικής θεοδικίας ή την απολυτότητα της πράξης χρειαζόμαστε μια απάντηση που να καλύπτει όλο το εύρος των δυνατοτήτων μας. Όπως το θέτει ο Οβέτζελ, "χρειάζεται να δουλέψουμε μέσω μιας αντισταθμιστικής ευαισθησίας, μια ευαισθησία που θα λαμβάνει υπόψη της ότι το κακό είναι παρόν και μέρος του κόσμου, και αναγνωρίζοντας ότι αυτή η "δουλειά μέσω"   μόνο προσωρινά μέρη για ανάπαυση μπορεί να μας προσφέρει.
Πρέπει να βρούμε κάποιους τρόπους για να μιλήσουμε ταυτόχρονα και στα δύο πλαίσια : το θεωρητικό μας πλαίσιο δεν πρέπει να είναι πρακτικά ανάπηρο αλλά θα πρέπει να εμπλουτίζει, να ζωντανεύει και να εκμαιεύει τις πρακτικές μας. Και οι πρακτικές απαντήσεις πρέπει να βρουν τρόπους για να εκφράσουν τις θεωρητικές μας θεμελιώσεις.


Αλλά όμως το πρόβλημα των θεοδικιών, όπως αναλυτικά το είδαμε σε δύο συνέχειες, δεν είναι ασφαλώς το μόνο το οποίο στέκει στο δρόμο μας. Yπάρχει ακόμα μια πλευρά σχετική με την ευρύτητα της γνώσης μας, που αναπτύχθηκε συνολικά γύρω  από το κακό.

Στο επόμενο : Η λειτουργία του κακού. 







(Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί συνέχεια της ομώνυμης θεματικής, βασίζεται στο βιβλίο του Ch. Mathewes, Evil and the augustinian tradition, ed. Cambridge University Press, 2001 και προτείνουμε για την αρτιότητα της ανάγνωσης το διαβασμα των προηγούμενων αναρτήσεων στην κατηγορία Φιλοσοφικές Μελέτες) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου