ἥλιος κυκλοδίωκτος, ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε καὶ μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον ἀκαταπαύστως.
(Ωδή τρίτη, Εις Θάνατον, ...Ανδρέας Κάλβος)

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

_το Άγραφον του Άγγελου Σικελιανού : μια αφιέρωση


Στον Κώστα Λ.

Έρχομαι σήμερα, μετά από δυο χρόνια και κάτι από την πρώτη ανάρτηση (3ος 2015) του ποιήματος  Άγραφον, του  Άγγελου Σικελιανού,  για  να κάνω εκείνο τον σχολιασμό που είχα τότε υποσχεθεί,  συνομιλώντας με έναν Ανώνυμο αναγνώστη.
Δεν πρόκειται για την εκπλήρωση εκείνης της υπόσχεσης... έχω δώσει πάμπολλες υποσχέσεις στον εαυτό μου και στους άλλους, κατά καιρούς,  που δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω.... αλλά για κάτι σκέψεις που έχω στο μυαλό μου και θα ήθελα να εκθέσω.

Ας θυμηθούμε το ποίημα:

'Αγραφον
Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη
της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του,
σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος,
ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο
που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια,
καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,
σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια...

Κι εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω,
πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα
στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,
που -ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια
που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν-
μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι
σα μ’ ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας
στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν...

Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας
προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη
και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας
δεν εκρατήθη μαθητής και Του ‘πεν
από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα
τη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;»

Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι
απ’ το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη:
«Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει
καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε... Μα, τώρα
αυτό που βγαίνει απ' τη φτορά θαυμάζω
με την ψυχή μου ολάκερη... Κοιτάχτε
πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου
στον ήλιο· ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο,
πέρα απ' τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κι ελπίδα!»

Έτσ’ είπ’ Εκείνος· κι είτε νιώσαν ή όχι
τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα,
σαν εκινήθη, ακλούθησαν και πάλι
το σιωπηλό Του δρόμο...

Και να τώρα,
βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα,
Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α!... δώσε,
δώσ’ και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη,
κι από τη μια της γης στην άλλη άκρη
όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα
είτ’ έξω από τη χώρα· Κύριε, δώσ’ μου,
μες στη φριχτήν οσμήν οπού διαβαίνω,
για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
να σταματήσω ατάραχος στη μέση
απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου
και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο
σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο∙
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη
του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι,
τα ‘χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κι ελπίδα!





Απαντώντας τότε στον Ανώνυμο αναγνώστη,  είχα σταθεί στον τίτλο του ποιήματος και είχα δώσει μια πραγματολογική ερμηνεία : ότι το περιστατικό που ο ποιητής  περιγράφει στο ποίημα, θέλει να πιστέψουμε ότι προέρχεται από το μέρος εκείνο της ζωής του Ιησού με τους μαθητές Του που δεν μας είναι γνωστό μέσα από τον Κανόνα των τεσσάρων Ευαγγελίων, κατά κάποιο τρόπο δεν ανήκει στις επίσημες Γραφές, είναι σα να λέμε Απόκρυφο, ανήκει στην προφορική παράδοση και ο ποιητής το τιτλοφορεί Ά-γραφο.
Σήμερα έρχομαι να συμπληρώσω αυτή την ερμηνεία και να την εμβαθύνω:

Ασφαλώς το  ποίημα δεν φιλοδοξεί να μας περιγράψει πώς πέρασε μια μέρα ο Κύριος με τους μαθητές Του, έστω μια άγνωστη, μπορεί και ανυπόστατη ημέρα. Το ποίημα δεν πάει να συμπληρώσει στο επίπεδο του πραγματικού τα ιστορικά γεγονότα που αφορούν στα ιστορικά πρόσωπα, ούτε και θέλει να αντιπαρατεθεί με το θρησκευτικό δημιουργώντας μια παράλληλη μυθολογία.
Το  λογοπαίγνιο του τίτλου, η  γραφή του άγραφου ποιήματος, σε συνδυασμό με την χρονική περίοδο που γράφτηκε στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, σκεφτόμαστε ότι  αφορά σε κάτι άλλο, βαθύτερο.

Υπάρχει ο ισχυρισμός, ανάμεσα σ' άλλους, ότι ο άνθρωπος σε τούτο διαφέρει από τα άλλα έμβια πλάσματα, στο ότι γράφει Ιστορία. Καταγράφει δηλαδή την πορεία του, το πέρασμά του από την Γη μέσα από την συγκεκριμένη στο χρόνο και στον τόπο παρουσία του και την ύπαρξή του.
Και τούτο όμως δεν γίνεται χάριν της περιγραφής και των πληροφοριών που παρατίθενται και διαφυλάσσονται σ'αυτήν, δεν έχει δηλαδή μνημοτεχνικό χαρακτήρα, πράγμα που θα μπορούσαμε  να συναντήσουμε και στις σύγχρονες μηχανές, αλλά γίνεται χάριν της αλλοίωσης που ο άνθρωπος επιφέρει κατά το πέρασμά του από την ζωή στα ίδια τα δεδομένα της ζωής.  Τα ιστορικά γεγονότα είναι σημαντικά επειδή σημαίνουν την αλλοίωση.
Το ανθρώπινο γένος έχει το μοναδικό προνόμιο να αντιλαμβάνεται κάτι σαν Κόσμο και να αλληλεπιδρά μαζί του, και  το είδος της  αλληλεπίδρασης αυτής, είναι που  δημιουργεί τις προϋποθέσεις της Ιστορίας.  Αλληλεπιδρώντας, καθώς σχετίζεται με τον κόσμο, ο άνθρωπος  αλλοιώνει - μεταμορφώνει και αλλοιώνεται - μεταμορφώνεται διανύοντας τον ιστορικό χρόνο που του δόθηκε να εμφανιστεί στη ζωή. Κι αυτή η αλλοίωση - μεταμόρφωση  δεν έχει μόνο φυσικό αποτέλεσμα (εξελικτικό-φυλογενετικό), πράγμα που θα μπορούσε να αποτυπωθεί πιο αποτελεσματικά στο ένστικτο και δεν συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει στην οργανική και ανόργανη Φύση γενικά (π.χ. δημιουργία και θάνατος των άστρων, εμφάνιση και εξαφάνιση διαφόρων μορφών ζωής κ.άλ.), αλλά έχει νόημα  αφ' εαυτής: για τον άνθρωπο έχει νόημα ατομικό καθώς μας φανερώνει την ιστορία της ζωής του, συλλογικό καθώς συμμετέχει στην πορεία της ιστορίας της φυλής και της γενιάς του και ανθρωπολογικό - φιλοσοφικό - θεολογικό καθώς θέτει το ερώτημα για το νόημα του νοήματος της Ιστορίας.
Η αλλοίωση, η οποία είναι συνυφασμένη με την ροή του χρόνου, σημαίνει την αλλαγή και την φθορά, την άνοδο και την πτώση, ως εξαίρεση νοήματος σε ένα κόσμο που με δυσκολία αυτά τα φαινόμενα θα σήμαιναν κάτι. Κι  είναι αυτό που καταγράφεται στην ανθρώπινη Ιστορία.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι το ποίημα αυτό του Σικελιανού, επιχειρεί να μας δώσει με τον εικονογραφικό τρόπο που επιλέγει, την αντίστιξη ανάμεσα στον τρόπο που  εμπλεκόμαστε στην σκηνή της ανθρώπινης Ιστορίας  και πρωταγωνιστούμε στο σενάριο  που γράφεται ερήμην μας, και στον Άλλο τρόπο που κατέδειξε με την ένσαρκη παρουσία Του, τον Λόγο, το Πάθος και την Ανάστασή Του, ο Χριστός, τον Άγραφο τρόπο.
Αυτός ο Άγραφος τρόπος, δεν είναι ένας ιδεατός, όπως πιθανόν να τον σκέφτονταν και θεωρησιακά να τον πρότειναν κάποιοι σοφοί που θα κατέφευγαν σε έναν άλλο αναλλοίωτο κόσμο των Ιδεών και που λίγη ή και καμία σχέση δεν θα είχε με τις επίγειες πραγματικότητες.  Με την είσοδο του Θεού Λόγου στην ανθρώπινη Ιστορία γίνεται, ως αποκάλυψη, πλέον διαθέσιμος και σε μας, που θα αδυνατούσαμε να τον προσεγγίσουμε όσο είμαστε και παραμένουμε μόνο ιστορικά όντα, έστω αναπτυγμένης νοημοσύνης, απορροφημένα όμως στην βιοτική μέριμνα και την διαχείριση ή/και την παραμυθία της φθοράς μας. Είναι ο Άλλος τρόπος.
Ακόμα περισσότερο το ποίημα υποδηλώνει την αντίστιξη ανάμεσα  τρόπο που συνηθίζουμε να ζούμε τις φθορές, τα πάθη και τα παθήματά μας, τις μικροκακίες μας, την καταστροφικότητα αλλά και την υπεροχή μας, με δύο λόγια την ανθρώπινή μας κατάσταση και τον Άλλο, τον θεανθρώπινο που μας είναι αποκεκαλυμμένος,  για να αντικρίζουμε το κάθε τι στη ζωή και στον Κόσμο.


Ας πάμε στο ποίημα.
Το ποίημα ξεκινά με το ρήμα Επροχωρούσαν και στην ανάπτυξή του διατυπώνονται ακόμα δέκα ρήματα κίνησης (ζυγώσανε, πισωδρόμησαν, κοντοστάθη, προχωρώντας, εκινήθη, ακλούθησαν, διαβαίνω, γυρίζω, βαδίζω, σταματήσω).
Η ύπαρξη τόσων ρημάτων που δηλώνουν κίνηση ή στάση, μας υποδηλώνει ότι βρισκόμαστε μέσα στην ροή του ιστορικού χρόνου και των εγκόσμιων πραγμάτων. Ο Ιησούς ένσαρκος βαδίζει μαζί με τους μαθητές Του σε μια χωματερή, στο χώρο που αποθέτει η πόλη τα σκουπίδια της.
Η ιδέα της "χωματερής" χρησιμοποιείται συχνά  για να αποδώσει το ιστορικό παρελθόν, ως ο χώρος εκείνος όπου καταλήγουν πολλά λαμπρά ανθρώπινα εγχειρήματα (πολιτισμοί, αυτοκρατορίες, κινήματα, ιδεολογήματα, θεωρίες).
Χωρικά βρίσκεται εκτός των τειχών της πόλης όπου οι άνθρωποι οριοθετούν και οργανώνουν την ζωή τους και η ιδέα να τριγυρίζει κάποιος εκεί, σ' έναν δίχως όρια χώρο, φέρνει δυσαρέσκεια και φόβο. Είναι ο χώρος όπου βασιλεύει η ακαταστασία, η αποσύνθεση, η αχρηστία, η αρρώστια, η φθορά, η σαπίλα... εκείνος ο χώρος όπου σπρώχτηκε κάθε απόβλητο, κάθε τι το επικίνδυνο, το μη λειτουργικό.
Σε ψυχικό επίπεδο μπορούμε να πούμε ότι είναι ο χώρος του ασυνείδητου που κυριαρχείται από τα καταστροφικά ένστικτα και σε οντολογικό - υπαρκτικό ότι είναι ο χώρος της απώλειας της υπαρξιακής πληρότητας, της στέρησης της ζωής, και του θανάτου. Σύμφωνα με την χριστιανική ανθρωπολογία είναι ο χώρος που βρέθηκε ο πτωτικός άνθρωπος εκτός των τειχών της "Σιών" (Ιερουσαλήμ), δηλαδή ο κόσμος της πτώσης και είναι εγκατεστημένος μέσα μας, είναι η κληρονομιά μας, τον κουβαλάμε και τον μεταδίδουμε, είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Ο Ιησούς περπατά  μέσα στο χώρο αυτό, στην "χωματερή" της ανθρώπινης ιστορίας και κατάστασης, ακριβώς γιατί εκεί συναντά τον άνθρωπο στην πραγματικότητά του. Έτσι δεν μένει καμία υπαρξιακή κατάσταση στην οποία θα μπορούσε να βρεθεί ο άνθρωπος (γέννηση, θλίψη, χαρά, φιλία, μοναξιά, πόνος, χλεύη, εγκατάλειψη, πόνος, έρωτας, προδοσία, υποκρισία, ατίμωση) που να μην γίνεται κατοικητήριο της θεότητας, με κορύφωση τον σταυρικό θάνατο, την τριήμερο Ταφή και κάθοδο στον Άδη, ακριβώς για να είναι δυνατή μέσα απ' όλες αυτές τις ανθρώπινες πραγματικότητες, μια Άλλη θέαση της ανθρώπινης ύπαρξης, μια Άλλη οντολογική δυνατότητα του ζειν και του θνήσκειν: το να γεννιέται ένας άνθρωπος, να ζει, να εργάζεται, να ερωτεύεται, να αρρωσταίνει, να είναι μέλος μιας κοινότητας, να γεννά άλλα παιδιά και να πεθαίνει μετά Χριστόν μπορεί πλέον να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό απ' ότι πριν.
Οι επίγειες έγχρονες πραγματικότητες, με την είσοδο του Θεού Λόγου στην ιστορία, δίχως να μεταφέρονται σε κάποια άλλη άχρονη και ανιστορική διάσταση, δίχως να χάνουν την αξία τους ως τέτοιες, δίχως να καταργούνται, μπορούν να αλλοιώνονται - μεταμορφώνονται ένδον.

Μπροστά στο θέαμα του κουφαριού του σκύλου, οι μαθητές υιοθετούν την ανθρώπινη στάση. Αποφεύγουν την δυσάρεστη οσμή, αποστρέφοντας το βλέμμα και πισωπατούν.  Η εικόνα της αποσύνθεσης του σκύλου είναι αποκρουστική και δυσώδης και μπορεί να συμβολίζει κάθε τι που κυριαρχείται από τον θάνατο, την ίδια την κυριαρχία που επιδιώκουμε επί των άλλων, την κοινωνική αποσύνθεση, την εγωτική συμπεριφορά, την εκμετάλλευση, την επιθετικότητα, την μικρόνοια των συμφερόντων, την ηλιθιότητα, κάθε καταστροφική μανία, κάθε θλίψη, τον παροξυσμό, τον πυρετό του πολέμου, το άρρωστο, με δύο λόγια το κακό.... Και μεις, οι άνθρωποι, συνήθως απέναντι σ' αυτά τα φαινόμενα κάνουμε ότι και οι μαθητές: σπεύδουμε να διαχωρίσουμε την θέση μας, κρατούμε αποστάσεις, καταγγέλλουμε την διαφθορά, επικρίνουμε την ασυδοσία, ακριβώς γιατί νιώθουμε όλα αυτά, σαν εξωτερικά και άσχετα με εμάς να μας απειλούν με εξόντωση. Κατά κάποιο τρόπο τα σπρώχνουμε στην από εμάς κατασκευασμένη "χωματερή".
Παραμένουμε έτσι  δέσμιοι αυτών των φαινομένων, που είναι τόσο κοινά  στην καθημερινότητά μας, αρνούμενοι να δούμε ότι αυτά (τα φαινόμενα) συνιστούν την οντολογική μας ελλειμματικότητα, αυτό που είμαστε, αλλά κι αυτό που δεν μπορούμε να είμαστε, ένα είναι προς θάνατον που όμως αποστρέφεται τον θάνατο και αναζητά την όντως ζωή.   Αυτή η φαινομενολογία του κακού είναι που συνιστά τον υπαρκτικό μας ορίζοντα και  κατά   παράδοξο τρόπο,  παρά τις όποιες προόδους και κατακτήσεις μας, εντός αυτού η ανθρώπινη Ιστορία καταγράφεται ως αναπόδραστη κυκλική μοίρα, θεμελιωμένη στην αδικία και στο αίμα.

Ο Σικελιανός γράφει το Άγραφον στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, όταν η πολιτισμένη ανθρωπότητα, όπως οι μαθητές του Ιησού, αντίκριζε με τρόμο ανείπωτο, την θηριωδία της υψωμένη (πρησμένο με τα σκέλια γυρισμένα στον ουρανό) πάνω στο πιο ψηλό σωρό εκατομμυρίων νεκρών. Απέναντι στο θέαμα του θανάτου, ο Ιησούς που στέκεται  μπροστά στο σωρό και θαυμάζει το ψοφίμι, διακρίνοντας μέσα στην φθορά και την σήψη το στοιχείο εκείνο που αντιστέκεται στον θάνατο. Στο ποίημα είναι τα δόντια του σκύλου, που είναι λευκά, σκληρά και τα μόνα που διασώζονται.

Η προκλητική στάση του Ιησού, εύλογα εγείρει το ερώτημα των μαθητών «Ραββί, δε νιώθεις τάχατη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;».   
Μεταφράζω το ερώτημα :
Άραγε μπορούμε να σταθούμε απέναντι σε μια άρρωστη, μίζερη, πλακωμένη από το σκοτάδι και νεκρή ψυχή, δίχως να κυριευτούμε και μεις από τον πανικό του θανάτου που αναδίνει;
 Μπορούμε να σταθούμε απέναντι στης "Ιστορίας το χοντρό τον κινητή"   δίχως να μας αλέσει;
Μπορούμε να αντισταθούμε στην φρίκη της, κοιτώντας την κατάματα και κατάβαθα, δίχως να μας συνεπάρει η ορμή της;
Μπορούμε να διακρίνουμε ακόμα και μέσα στην άκρα φθορά και την ασχήμια και την αποσύνθεση   το αστραφτερό δόντι του σκύλου;...
Μπορούμε να διακρίνουμε μέσα στην σήψη που έχει ενσκήψει στις ψυχές και στις πράξεις μας, κάτι από την αντιφεγγιά εκείνου που αποτελεί την έσχατη πραγματικότητα του ανθρώπου και της Ιστορίας;
Μπορούμε ενώ είμαστε ριγμένοι μέσα στην Ιστορία και ο καθένας αναμασά και ανακυκλώνει την δική του μικρή τραυματική ιστορία, να βρίσκουμε το δικό μας "δόντι του σκύλου", που αντιστέκεται στον θάνατο ωσάν το χαλάζι, ωσάν το κρίνο;
Μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι στους μικρούς καθημερινούς θανάτους, ως κι εμείς να είμαστε θεάνθρωποι;
Η απάντηση του Ιησού είναι :

Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει

καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε... 


Η ίδια αυτή απάντηση γίνεται η προσευχή του ποιητή: Κύριε δώσε... δώσε και σε μένα... δώσ' μου...
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου...







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου