ἥλιος κυκλοδίωκτος, ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε καὶ μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον ἀκαταπαύστως.
(Ωδή τρίτη, Εις Θάνατον, ...Ανδρέας Κάλβος)

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

_το κακό και η αυγουστείνια παράδοση : εκτενής περίληψη και προβληματισμοί (viii)ί

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Μέρος πρώτο : Τερατωδία και θεοδικία


Η κύρια δυσκολία της νεωτερικότητας να εστιάσει στην πρόκληση του κακού, βρίσκεται στο γεγονός ότι  το κακό κατανοείται ως κάτι εξωτερικό,  κάτι το οποίο μπορούμε να επιδιορθώσουμε, να  υπερβούμε τα πολλά και ποικίλα προβλήματα που σχετίζονται με αυτό και να  επιτύχουμε στην τελειοποίηση της πραγματικότητας.  Έτσι,  κατανοώντας το κακό ως ένα προς επίλυση πρόβλημα,  ένα λάθος για το οποίο χρειάζεται να εργαστούμε με τρόπο παρόμοιο όπως εργαζόμαστε με το σύνολο της εξωτερικής πραγματικότητας, χάνουμε την δυνατότητα να αναγνωρίσουμε την βασική του διάσταση, αυτή που εμπλέκει εμάς τους ίδιους μαζί του, επίμονα, διάχυτα, οικεία και αδιάλλακτα.

 Η στέρηση της δυνατότητας να αναγνωρίσουμε το κακό ως κάτι με το οποίο είμαστε μπλεγμένοι, συνεπάγεται μια απώθησή του. Έτσι, το κακό επανέρχεται και αναπαρίσταται στην περιοχή του "τρομώδους φανταστικού" ή "γκότθικ", στοιχειώνοντας με την φασματική παρουσία του το νεωτερικό φαντασιακό. Αυτή την απωθημένη πραγματικότητα του κακού που επανέρχεται σαν μια άυλη, σκοτεινή παρουσία, η νεωτερικότητα ξορκίζει με το ξόρκι της "προόδου".

Πρόοδος και "γκότθικ"

Η αντανακλαστική πίστη της νεωτερικότητας στην πρόοδο είναι ο μύθος της. Λέγοντας "πρόοδος" εννοεί ο συγγραφέας την παραδοχή ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί, και γι'αυτό υπεύθυνοι, να δημιουργούν έναν διαρκώς βελτιούμενο κόσμο και τελικά ένα τέλειο κόσμο.
Και λέγοντας "αντανακλαστική πίστη" εννοεί το μεγάλο εύρος της διασποράς της περί προόδου ιδέας, και τον υπονοούμενο, υπόρρητο χαρακτήρα της. Η πρόοδος ως αντανακλαστική πίστη έφτασε να είναι μια τόσο κοινά αποδεκτή έννοια, ώστε να μην γίνεται καν αντιληπτή η προϋπόθεσή της σε κάθε τομέα που αναλαμβάνουμε και γι'αυτό εξαφανίζεται και διαφεύγει της κριτικής εξέτασης.

Ο Γερμανός φιλόσοφος Χανς Μπλουμενμπεργκ (Hans Blumenberg, 1920 -1996) στο έργο του, Η νομιμοποίηση του σύγχρονου κόσμου  (Legitimacy of the Modern Age, 1983),  περιγράφει το πώς μια τέτοια αντανακλαστική πίστη στην πρόοδο μπορεί να προήλθε.  Διαπιστώνει ότι η ιστορία της δυτικής σκέψης από την αρχαιότητα, μπορεί να ιδωθεί ως δυο διαδοχικές προσπάθειες για να απαντηθεί η πρόκληση του Γνωστικισμού. Η πρόκληση του Γνωστικισμού αφορά το είδος της ποιότητας ή υφής του κόσμου για τον άνθρωπο, δηλαδή της πίστης ή όχι, στην αγαθότητα του κόσμου (θεολογικά ή νατουραλιστικά ιδωμένη), προκειμένου να προσανατολιστούμε στην αντμετώπιση του προβλήματος του κακού και του πόνου.
Ο Χανς Μπλούμενμπεργκ
Ο μεσαιωνικός χριστιανισμός, τον οποίο ο Μπλουμενμπεργκ βλέπει ως μια εκτεταμένη εφαρμογή του αυγουστείνιου προγράμματος, προσπαθεί να απομακρυνθεί από τον γνωστικιστικό διαχωρισμό του Θεού της Δημιουργίας από τον Θεό της Σωτηρίας, τοποθετώντας την ευθύνη για την ύπαρξη του κακού στον άνθρωπο, σε μια προσπάθεια να αθωωθεί ο Θεός. Αποδίδοντας όμως στον άνθρωπο μια τέτοια ευθύνη, αναγνωρίζει την δύναμη της ελεύθερης, αν και ασύλληπτης έως τώρα, ανθρώπινης πράξης εντός του κόσμου. Πρόκειται όμως για μια δύναμη που ο μεσαιωνικός άνθρωπος επωμίζεται  υπό την ειρωνική προϋπόθεση της αναίρεσής της.

Το τίμημα της συντήρησης του κόσμου δεν ήταν μόνο η ενοχή που επωμίστηκε ο άνθρωπος.... ήταν επίσης και η παραίτηση από την ευθύνη του για αυτή την κατάσταση που του επιβλήθηκε' (ο μεσαιωνικός άνθρωπος) αποκηρύσσει κάθε προσπάθεια να αλλάξει προς όφελός του, μέσω της πράξης, μια πραγματικότητα για την πολυποικιλότητα της οποίας, έχει κάποιον να μεμφθεί: τον εαυτό του. (1983, p. 136)

Το σκηνικό αυτό αλλάζει κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, οπότε εμφανίζεται το πρόβλημα της σχετικοποίησης ή της ενδεχομενικότητας της δημιουργίας και ο Θεός συλλαμβάνεται ως η πηγή της απόλυτης δύναμης της Θέλησης.
Η νέα,  δεύτερη απόκριση στον Γνωστικισμό στρέφεται προς την πρώτη προϋπόθεσή του : τον κόσμο. Ο κόσμος μπορεί να μην είναι τέλειος, είναι όμως βελτιώσιμος και αντί για μια θεοδικία, η νεωτερικότητα αναπτύσσει μια ανθρωποδικία. Τώρα είναι ο άνθρωπος αυτός που πρέπει να αθωωθεί, και αυτό θα επιτευχθεί στον βαθμό που ο κόσμος θα απαλλαγεί από τα μη ανθρώπινα στοιχεία του, θα γίνει πιο προσιτός σε μας, πιο διαχειρίσιμος από εμάς, θα λέγαμε. Η ανθρωποδικία αυτή υπόσχεται να δικαιώσει τον άνθρωπο μέσω του "υπαρξιακού προτάγματος" της "αυτοπεποίθησης".

Αν η κατάλυση της ιεραρχικής δομής που οδήγησε στην αποσύνθεση τους Μέσους χρόνους, απέσπασε το πρόβλημα της αυτοσυντήρησης από την βιολογικά καθορισμένη νόρμα και οδήγησε τους ανθρώπους σε μια νέα αυτο-κατανόηση, τότε θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η νέα ανάπτυξη της ανθρώπινης τεχνικής δεν θα  πρέπει να συλληφθεί μόνο με τους όρους μιας ανθρωπολογίας της απληστίας. Η αύξηση της τεχνικής δυνατότητας [που αρχίζει κατά τον ύστερο Μεσαίωνα] δεν αποτελεί μόνο την συνέχεια -ή ακόμα και την επιτάχυνση- μιας εξελικτικής διαδικασίας που διαπερνά όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Αντιθέτως, η ποσοτική ανάπτυξη των τεχνολογικών επιτευγμάτων μπορεί να κατανοηθεί μόνο σε σχέση με μια νέου είδους ανθρώπινη συνειδητότητα. Στην αναπτυξη της τεχνολογικής σφαίρας κατοικεί μια βούληση, συνειδητά αντιμέτωπη σε μια αποξενωμένη πραγματικότητα, από την οποία προσπαθεί να αποσπάσει μια νέα "ανθρωπινότητα". Ο άνθρωπος διατηρεί για την φύση την οπτική μιας έλλειψης κι εντός αυτού  του  μοτίβου θα τοποθετήσει όλη την δράστηριότητά του.  (1983, 138- 139).

Η νεωτερικότητα ορίζει τον εαυτό της, μέσω της ανάπτυξης της τεχνολογίας, ως την υπόσχεση για συνεχή ανάπτυξη της ανθρώπινης εξουσίας πάνω στη φύση, με απώτερο στόχο την υπέρβαση της έλλειμματικότητας (ή των πολλών ελλειμματικοτήτων) της φύσης, για να επιτευχθεί μια ακόμα μεγαλύτερη, ακόμα ευτυχέστερη ανθρώπινη ακμαιότητα. Ασφαλώς μια τετοια πεποίθηση προβάλλεται λιγότερο σήμερα απ' ότι στο παρελθόν, δεν παύει όμως να υπάρχει ως το φόντο των ιδεών που πολλοί άνθρωποι έχουν για την ιστορία και παραμένει ως καθοριστικό πλαίσιο εντός του οποίου κατανοούμε το πρόβλημα του κακού και του πόνου, σήμερα.

Συνεχίζεται....










(Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί συνέχεια της ομώνυμης θεματικής, βασίζεται στο βιβλίο του Ch. Mathewes, Evil and the augustinian tradition, ed. Cambridge University Press, 2001 και προτείνουμε για την αρτιότητα της ανάγνωσης το διαβασμα των προηγούμενων αναρτήσεων στην κατηγορία Φιλοσοφικές Μελέτες) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου