ἥλιος κυκλοδίωκτος, ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε καὶ μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον ἀκαταπαύστως.
(Ωδή τρίτη, Εις Θάνατον, ...Ανδρέας Κάλβος)

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

_η κυρία Κούλα, η ελπίδα, η αγάπη κι η ζωή

Η κυρία Κούλα αντρογυναίκα ψηλή με αδρά χαρακτηριστικά και φωνή βραχνή απ'τα πολλά τσιγάρα που κάπνιζε.
Αυτό το τσιγάρο ήταν η αφορμή για να την κακοχαρακτηρίσει το χωριό, από εκείνα τα χρόνια που οι γυναίκες που κάπνιζαν ήταν "ελαφριές".
Μόνο ελαφριά όμως δεν ήταν  η κυρία Κούλα...κι όχι μόνο στο σώμα αλλά και στους τρόπους της. Γέννημα θρέμμα Κοκκινιώτισσα δεν μάσαγε τα λόγια της , ήταν ντόμπρα κι ασύμβατη με την μικρόνοη καχυποψία του χωριού και το κατάλαβε γρήγορα. Επιπλέον ήταν και κομμουνίστρια. Ίσως και να κεράτωνε τον άντρα της... ποιός ξέρει;

 Έτσι, τα καλοκαίρια που ερχότανε για κανένα μήνα στο χωριό,  στο πατρικό του συχωρεμένου του άντρα της, όταν καθότανε τα απογεύματα στο σκεπαστό της αυλής, με το βαμμένο κοντό μαλλί της που έκανε ξανθά δακτυλίδια, φορώντας κάτι χρωματιστές ξωμάνικες ρόμπες με τιραντάκι που άφηναν τα χοντρά μπράτσα της να φέγγουν ολόασπρα, με το φαρδύ χρυσό βραχιόλι που τόνιζε ακόμα περισσότερο την πληθωρική παρουσία της και έπινε το καφέ της και κάπνιζε τα τσιγάρα της, κι οι χαμηλοβλεπούσες τσιλιβίθρες του χωριού, με μαντήλια, με μακρυμάνικες μπλούζες κατακαλόκαιρο καθώς γυρνούσαν  απ'τις δουλειές και τους κήπους την χαιρέταγαν με ένα νεύμα ή ένα λόγο μισό, τυπικό...  εκείνη έμοιαζε σαν βασίλισσα καθισμένη στο υπερώον του σπιτιού της, νύφη και ξένη πάντα,  κι αλώβητη από τα βέλη των  οφθαλμών και των κουτσομπολιών τους.
Έτσι την γνώρισα κι εγώ και πήγαινα κανένα απόγευμα να κάνω παρέα με εκείνη την ανοιχτόκαρδη, χοϊκή γυναίκα. Ταιριάξανε τα καπνισμένα χνώτα μας...και τα καταγωγικά μας.
Σ'αγαπάω, βρε... μου έλεγε και γελούσε τρανταχτά.

Μικρασιάτισσα δεύτερης γενιάς  απ'το Αϊβαλί και Κυριακή ήταν το όνομά της.  Στην κόρη της έδωσε το όνομα της μάνας της που ήρθε μικρή κοπελίτσα, ορφανή με τα αδέλφια της, τέσσερα ανήλικα στον Πειραιά το 22 και μεγάλωσε στο ορφανοτροφείο, Ελπίδα...

Η Ελπίδα, κόρη της Κούλας, κομμουνίστρια κι αυτή, στέλεχος του ΚΚΕ,  ήρθε προχθές στο χωριό για κάτι δουλειές...
Την φώναξα για καφέ...
- Τι κάνει η Κούλα; την ρώτησα.
- Γέρασε πια... Έκοψε και το τσιγάρο, οι γιατροί της το ξεκαθάρισαν... Πού εκείνος ο γίγαντας, χώνεψε.. τα έχει τετρακόσια όμως, για όλους ρωτάει... έχει δέκα χρόνια να κατέβει στο χωριό. Σου στέλνει τα χαιρετίσματά της... Παραγγελία μου δωσε να σε βρω και να με πάρει τηλέφωνο..., μου είπε...


Η Ελπίδα έχει μια κόρη την Αγάπη...
Η Αγάπη, η εγγονή της Κούλας, γέννησε πριν  λίγους μήνες μια κόρη κι αυτή... την Ζωή.
- Να σας ζήσει το μωρό... Ζωή;
- Ναι, δεν θέλαμε να της δώσουμε κάποιο οικογενειακό όνομα... είναι μια ανόητη παράδοση, επιτέλους πρέπει να σταματήσουν αυτά. Οι γονείς ας διαλέγουν ότι όνομα θέλουν, ελεύθερα.... Κι έπειτα ακούγεται πιο ωραίο Ελπίδα, Αγάπη, Ζωή...
- Ναι, Ζωή είναι ένα ωραίο όνομα,  ωραίες ιδέες κι αξίες... Πολύ ιδεαλιστικό...
Με κοίταξε απορημένη.

Πάντως αν το λέγατε Κούλα, Κυριακούλα, Κυριακή, ένα πραγματικό όνομα, μιας πραγματικής και στιβαρής γυναίκας, με σαρκα και ιστορία,  που γέννησε την Ελπίδα,  που γέννησε την Αγάπη, που πίσω απ'την πλάτη της ο κόσμος έλεγε πολλά,  που έβηχε κι αγαπούσε πολύ,  να ξέρεις Ελπίδα, ότι και πάλι Ζωή θα το λέγατε το κοριτσάκι,  μόνο που θα ήταν η πραγματικότητα της ζωής κι όχι οι ιδέες που έχουμε γι'αυτήν... και η τιμή που οφείλουμε... Ίσως τότε και η επανάσταση να έπαιρνε ένα νόημα που να μας αφορά.

Δώσε πολλά φιλιά στην μητέρα σου την κυρία Κούλα... που μάλλον δεν θα ξαναδώ κι ούτε θα ακούσω να φωνάζουν στο σπίτι σας τ'όνομά της.
Την αγαπάω κι εγώ να της πεις... και θα της τηλεφωνήσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου